Άγονη γραμμή

31 Μαρτίου 2010

Το σκολειό

Filed under: Τσιγδινός Γεώργιος — Άγονη Γραμμή @ 8:20 πμ
Tags:

Σε αντίθεση με τα χαμόσπιτα του χωριού, τα σκεπασμένα με τα μεσοδόκια, τις ντόγιες και τη λεπίδα, το σκολειό -έτσι λέγαμε το δημοτικό σχολείο τότε- φάνταζε ψηλόσωμο, αεράτο και καλοστεκούμενο με την όμορφη κεραμόστρωτη στέγη του.  Από τα πολλά και μεγάλα παράθυρα, με τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και τα πολλά τζάμια τρύπωναν αθόρυβα οι αχτίνες του ήλιου και χάιδευαν τρυφερά τα αχτένιστα μαλλιά και τα φοβισμένα πρόσωπα των παιδιών των μεγάλων τάξεων, που καθόταν προς τη μεριά εκείνη.

Θαύμαζα τα πλακάκια του δαπέδου. Το σκολειό ήτανε το μοναδικό οίκημα του χωριού, που είχε πλακοστρωθεί τα χρόνια εκείνα, με χρήματα που είχε προσφέρει ένας ξενιτευμένος μας από την Αμερική.  Τα σπίθια ,στην καλύτερη περίπτωση, είχαν στο δάπεδο λίγη τσιμεντόστρωση, μα τα πιο πολλά είχανε κελτερίμι, πηλάσβεστο γ-ή σκέτο χιλιοπατημένο χώμα.

Σε κανένα μας δεν  άρεσε η κλεισούρα του σκολειού.  Ήτανε μεγάλο μαρτύριο! Ωστόσο όμως φαινόταν ξεκάθαρα πως  εκεί ήτανε στεγασμένοι οι πόθοι και οι προσδοκίες ενός ολόκληρου χωριού, για τούτο ταχτικά και πάντα στερεότυπα επαναλαμβανόταν η συμβουλή των γονιών μας:

“’Αμε, παιδί μου, να μάθεις γράμματα, να γενείς άθρωπος ! Να μπεις σε μια θέση και κάθε εικοσι -εννιά να πηγαίνεις στο παραθυράκι κι ύστερα…..μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει!”

Αμ’ εκείνη η επιμονή του Δασκάλου τι σου έλεγε;  ‘Αρον-άρον έπρεπε να μάθομε να ξεχωρίζομε πότε έχουμε διαίρεση μερισμού και πότε μετρήσεως.  Εμένα ‘δα με αρκούσε που κατάφερνα  να κάνω διαίρεση.  Είχα μάθει κι όλας νεράκι να λέω:  “Ένα ψηφίο έχει ο διαιρέτης, ένα χωρίζομε κι απ’ αριστερά του διαιρετέου…”    Δεν πάει στσι χίλιους δαίμονες για διαίρεση μπλιό, έλεγα από μέσα μου, όταν με πολυδυσκόλευε, αλλά αν τολμούσα ας το άκουγε ο Δάσκαλος!

Μα κι εκείνοι οι κανόνες τση γραμματικής νομίζεις ότι ήτανε καλύτεροι; Παντού τα ίδια! Όλο τύπους και κανόνες είμασταν!  Πότε κάνουμε πολλαπλασιασμό και πότε διαίρεση από τη μιά, τι λέμε ουσιαστικά, τι αντωνυμίες και τι ρήματα από τη μεριά τση γραμματικής και η κατάσταση δεν συμμαζευότανε……

Μέχρι να ζω θα θυμούμαι το συγκαθήμενό μου στο χοντροκομμένο ξύλινο θρανίο του σκολειού, που υπό την πίεση της “αγίας ράβδου” -έτσι λέγανε οι μεγαλύτεροι τη βίτσα που μας έδερναν- νόμιζε ο κακομοίρης πως εκάτεχε τον κανόνα των ρημάτων.  Σήκωσε λοιπόν πρώτος και καμαρωτός τη χέρα ντου στο μάθημα και είπε:  “Ρήματα λέμε,κύριε, τσι λέξεις που μας φανερώνουν, ότι ένα ζώο, ένα πρόσωπο γ-ή ένα πράμα ενεργείται, παθαίνει κάτι τις γ-ή βρίχνεται σε γ-κακή κατάσταση!”

Πρώτη φορά είδα το σουφρωμένο και ανέκφραστο πρόσωπο του Δασκάλου μου να ξεκαρδιστεί στα γέλια και τελικά με τα γέλια του πέρασε η όργητα και και η “αγία ράβδος” δεν έπεσε. Εμείς όμως με το γέλιο μάθαμε τον κανόνα των ρημάτων χωρίς να το καταλάβομε.

Σαν βγαίναμε όμως διάλειμμα του δίναμε και καταλάβαινε! Αμέσως ζωηρεύαμε!  Παιγνίδι, τρέξιμο, ξεφωνητό και απαραίτητα στο χέρι μια συκομαϊδα.  Αυτή αποτελούσε το κολατσιό μας.  Παίζαμε πίσκουντα, μέλι γλυκύτατο, τη μέλισσα, καλόγερο, αμπάριζο, τριόδι, ντάμα, κυνηγητό, ψείρες, ποταμάκι, χωστοπούλι κ.ά.   Στο χωστοπούλι έπρεπε να οριστεί -εμείς λέγεμε να βγει- ‘κείνος που θα φύλαγε τη μάνα.  Όσοι παίρναμε μέρος στο παιγνίδι σχηματίζαμε κύκλο.  Κάποιος απ’ όλους δείχνοντας με το δείχτη του χεριού ντου έλεγε συλλαβιστά τους παρακάτω στίχους:

“Έσπειρα κουκί, κουκάκι

κάτω στο μαλαθουνάκι

κι-ήρθεν ο μαμούρης

και μαμούρεψέ μου το.

Ποιο να βγάλω, ποιο ν’ αφήσω

έβγα συ κουτσό αρνάκι.”

Στον καθένα από τους παίχτες αντιστοιχούσε από μία συλλαβή και ο κύκλος επαναλαμβανόταν.  Σ’ όποιον αντιστοιχούσε η τελευταία συλλαβή, δηλαδή το -κι, αυτός φύλαγε τη μάνα.

Τα ζευγάρια που έπαιζαν πίσκουντα ήτανε ξεκομμένα από τους υπόλοιπους. Με το παιγνίδι αυτό ασκούνται τα χέρια και δεν έχει εδώ φασαρία και τρεχάλα.  Ωστόσο ο παίχτης που δεν έπαιζε καραδοκούσε καρτερικά πότε θα έχανε από τα χέρια τα πίσκουντα ο συμπαίχτης του και για να ‘ρθει πιο γρήγορα το ποθούμενο έλεγε μεγαλόφωνα και ρυθμικά τσι παρακάτω στίχους:

“Ο χασάνης κατεβαίνει

από του παπά τ’ αμπέλι

και βαστά το χάσι – χάσι,

Πάναγία μου, να χάσει !”

Αν κάποιος συμπαίχτης μας έκανε χιλέ, τον ονομάζαμε χιλετζή.  Συγκρατούσαμε όμως τα νεύρα μας για καυγά, γιατί φοβούμασταν τις…… μεσολαβητικές συνέπειες της “αγίας ράβδου”, που, όπως έλεγαν οι μεγαλύτεροι, μόνο στα πηλοτσίκαλα και στα γυαλικά έκανε κακό.  Δεν ήτανε και λίγες οι φορές που ο καυγάς ξεφούντωνε. Τί δε λέγαμε τότε! Για τον καθένα είχαμε σκαρώσει από κάτι. Στους συμπαίχτες μας για παράδειγμα, που τους έλειπε κανένα δόντι λέγαμε:

“Κουτσαδόντη μυλωνά,

το κουλούκι σου πεινά….”

Στους Αντώνηδες λέγαμε:

“Ντώνη-Ντώνη κατσαντώνη

το στιβάνι σου ξεντώνει.”

Στο μεταξύ τέλευε το διάλειμμα και μαζί μ’ αυτό και η φασαρία του παιγνιδιού και “εισερχόμαστε κόσμιοι”, όπως μας έλεγε και ο Δάσκαλος στην τάξη και πάντοτε υπό τη σκέπη της παντοδύναμης “αγίας ράβδου.”

Γλωσσάρι:     λεπίδα :  το αργυλόχωμα

όργητα :  ο θυμός

συκομαϊδα :   μικρή δέσμη με ξερά σύκα

πίσκουντα :   τα  πεντόβολα

αμπάριζος:    είδος κυνηγητού

χωστοπούλι:    το κρυφτό

χιλές :   ζαβολιά

πηλοτσίκαλο:    τσουκάλι από πηλό

κουλούκι :   ο μικρός σε ηλικία σκύλος

μεσοδόκι (το) :  το ξύλινο δοκάρι στην οροφή των  σπιτιών

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: