Άγονη γραμμή

8 Φεβρουαρίου 2011

Φως

Filed under: Ηλιάκη-Βόλακα Άσπα — Άγονη Γραμμή @ 9:16 πμ
Tags:

Έχει φτάσει πια λίγο μετά τα σαράντα και σαν μεγάλη κοπέλα που είναι ξέρει πως δεν μπορεί να το αναβάλει άλλο.

Πρέπει λοιπόν να ετοιμαστεί όσο καλύτερα μπορεί.

Τα παιδιά και ο άντρας της λείπουν, οπότε είναι ευκαιρία να πάει στο

ραντεβού της χωρίς να το καταλάβει κανένας.

Βέβαια θα ήθελε να το αποφύγει αλλά είναι μία εκκρεμότητα που πρέπει    να τακτοποιηθεί.

Σέρνεται μέχρι το μπάνιο κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει τα βαριά της πόδια από την ορθοστασία της ημέρας.

Βγάζει τα ρούχα της και τα πετάει στο πάτωμα, έτσι όπως έκανε όταν ήταν έφηβη και η μάνα της φώναζε για την ακαταστασία.

Σε λίγα δευτερόλεπτα έχει παραδοθεί στο χάδι του νερού.

Κλίνει τα μάτια και ο χρόνος κυλάει πηχτός σαν σιρόπι καραμέλας.     Απομονώνει όλους τους ήχους και προσπαθεί ν΄ ακούσει τον δικό της ήχο.

Μα κανένας ήχος. Σιωπή. Σιωπές….

Πιάνεται από μια σταγόνα νερού και ταξιδεύει πάνω στο σώμα της,

συνειδητοποιώντας πόσο έχει αλλάξει.

Τα μαλλιά της, μια αγκαλιά σγουρές καστανές μπούκλες που πάντα την

εκνεύριζαν.

Έχει την εντύπωση, πως τα μαλλιά της την σαμποτάρουν γιατί είναι πολύ

παιδικά, πάνω σε κάποια που δεν σκέφτηκε ποτέ σαν παιδί.

Τα μάτια της, δυο τυπικά καστανά μάτια στο χρώμα της ζεστής σοκολάτας.

Η μύτη της φαρδιά και ένα στόμα μικρό και κόκκινο σαν τσακισμένη καρδούλα.

Σειρά έχουν τα χέρια της που τόσο λατρεύει.

Αυτά τα χέρια είναι πάντα ανοικτά σαν απάνεμο λιμάνι, για όλους τους

θαλασσοδαρμένους της ζωής της.

Είναι πάντα έτοιμα να δώσουν χάδια βάλσαμο στα παιδιά της και κόκκινα ζεστά χάδια στον άντρα της.

Τώρα πια φτάνει στην κοιλιά της που είναι στρογγυλή και μαλακή.

Δεν της αρέσει πια, μα δεν μπορεί να μην νοιώθει ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν

τη μικρή κοιτίδα ζωής, που προστάτευσε με τόση επιτυχία τα τρία μικρά θαύματα της, τα παιδιά της.

Πιο κάτω τα πόδια της δυνατά και σταθερά σαν δέντρα, ριζωμένα χρόνια στο ίδια σημείο.

Κάπου εδώ το ταξίδι τελειώνει.

Ξεπεζεύει το υγρό άλογο της και πατάει ξανά στα πλακάκια του μπάνιου.

Σκουπίζεται γρήγορα με την πετσέτα και με μικρές ανάσες παίρνει μέσα της, την μυρωδιά του άντρα της που έχει μείνει στην πετσέτα, μετά το απογευματινό του μπάνιο.

Άθελα της, νοιώθει τους κήπους  όλου του κόσμου ν’ ανθίζουν μέσα της.

Χιλιάδες ξεχασμένα μπουμπούκια ανοίγουν όλα μαζί.

Στεγνώνοντας τα μαλλιά της, βλέπει για άλλη μια φορά την γνωστή άγνωστη στον καθρέπτη, να την κοιτάζει.

Προς στιγμή την ακούει να της λέει

-Πόσο γελάστηκες καημένη.

Νόμιζες πως εξημέρωσες την μοναξιά.

Δεν εξημερώνεται καλή μου.

Κάνει για λίγο πως αποκοιμιέται, μα μόλις ξεγνοιάσεις θεριεύει και σε καταπίνει.

Την προσπερνάει όπως κάνει χρόνια και πάει να ντυθεί.

Επιλέγει να φορέσει κάτι πολύ απλό, γιατί δεν θέλει να είναι καθόλου φτιασιδωμένη και κατευθύνεται στο καθιστικό για το ραντεβού της.

Βάζει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μόνο ένα.

Το ραντεβού της θα πιει απ’ το ίδιο ποτήρι.

Κάθεται αναπαυτικά.

Όση ώρα τον περιμένει κοιτάζει το ποτήρι της και προς στιγμήν της φαίνεται , πως στα χείλια του ποτηριού κάθονται δυο φλύαρα πουλιά.

Ακούει τα βήματα του και τα πουλιά πετάνε μακριά παίρνοντας μαζί τους θαρρείς και την φωνή της.

Τώρα πρέπει να βρει το θάρρος να τον αντιμετωπίσει.

Η αναμέτρηση θα είναι δύσκολη, μα θέλει να πιστεύει πως ότι και αν

συμβεί θα μείνουν φίλοι.

Απόψε έχει ραντεβού με τον εαυτό της.

Χρόνια ξεχασμένος, τον τελευταίο καιρό της έχει γίνει ιδιαίτερα φορτικός.

Δεν μπορεί πια να τον αποφύγει.

Ξεπηδάει από παντού.

Εμφανίζεται πίσω από τα διπλωμένα ρούχα και τα άπλυτα πιάτα, αυθάδικα και αναιδέστατα σαν κακομαθημένο παιδί.

Τα βράδια που ξαπλώνει τον ακούει να βαριανασαίνει δίπλα της σαν αποκαμωμένος εραστής.

Καθίζει λοιπόν αναπαυτικά και βάζει στον απέναντι καναπέ, τις σιωπές τις να καθίσουν.

Τις κοιτάζει ώρα και όσο τις κοιτάζει τις αγαπάει πιο πολύ.

Απόψε τις έχει ντύσει με λευκά φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, τους έχει

χτενίσει τα μαλλιά και τις έχει αρωματίσει.

Σαν κοπελούδες Κυριακάτικου πρωινού της μοιάζουν.

Οι σιωπές της απόψε την κοιτούν στα μάτια με μια φλύαρη σιωπή, στολισμένη με αόρατους εκκωφαντικούς ήχους.

Επιτέλους βρίσκει το θάρρος και βάζει τον εαυτό της να καθίσει απέναντι της.

Τον καθίζει σ’ ένα μικρό χαμηλό σκαμνάκι, εσκεμμένα να νοιώθει άβολα και να έχει αυτή το πάνω χέρι.

Πόσο γελασμένη είναι….

Χωρίς να της ζητήσει την άδεια αρχίζει να της μιλάει, κοιτάζοντας την ίσια στα μάτια.

Την κοιτάει μ’ ένα βλέμμα κοφτερό, σαν καλοακονισμένη λάμα που απειλεί ροδαλή σάρκα.

-Ποια νομίζεις πως είσαι και πως μπορείς να με αγνοείς χρόνια τώρα;

Όσο με αγνοείς εγώ γιγαντώνομαι, θεριεύω και θα έρθει η στιγμή που θα σ’ αφανίσω.

Πρέπει να τον ηρεμήσει.

Αρχίζει να του μιλάει για τη ζωή της και τα όνειρα της, που κυνηγώντας τα, τα έχασε στο δρόμο.

-Και ποιος σου είπε πως τα όνειρα είναι για να πραγματοποιούνται;

Τα όνειρα είναι για να τα κυνηγάς και στο τέλος να σου μένει η χαρά πως παραλίγο να τα φτάσεις.

Τα όνειρα δεν είναι οικόπεδο να τα περιφράξεις, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.

Ζουν ελεύθερα και έχουν την ομορφιά ενός απέραντου αγρού που μπορείς να τρέξεις πάνω του.

Πάντα όμως υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθεί και κάποιος άλλος στο τοπίο σου και να σου χαλάσει την εικόνα που σχεδίαζες να ζήσεις.

Νοιώθει να έχει τρυπήσει η καρδιά της και πως το αίμα της πηχτό και ζεστό, γεμίζει το σαλόνι.

Βλέπει και τις σιωπές της να μαζεύουν τα πόδια τους απ’ το πάτωμα, για να μην λερώσουν τ’ άσπρα τους παπούτσια.

-Προδότισσες, σκέφτεται.

Μ’ αφήνεται μόνη, εμένα που σας έχω συντροφιά εδώ και τόσα χρόνια.

Τώρα λοιπόν κάνετε πως δεν με ξέρετε.

Κοιτάζει έξω από το παράθυρο προσπαθώντας να τον αποφύγει, μα τον ακούει ξανά να της λέει:

-Γιατί κοιτάζεις τον σκοτεινό ουρανό;

Αναρωτιέσαι πόσα κομμάτια νύχτας χωράνε στις τσέπες της ψυχής σου;

Ε! λοιπόν, δεν χωράνε άλλα.

Μπούχτισα πια!

Για κοίτα τον σκέφτεται, που μου μιλάει με τέτοιο θράσος.

-Βαρέθηκα να σε βλέπω να κρατάς αυτά τα πινέλα με την μαύρη μπογιά.

Σταμάτα πια να με βάφεις καθημερινά.

Φοβάσαι να μην φανεί το αληθινό μου χρώμα;

Μάθε λοιπόν πως είμαι φτιαγμένος από φυσητό γυαλί.

Διάφανος, εύθραυστος, πολύχρωμος.

Πάνω μου έχω το κόκκινο της αγάπης, το λευκό της παιδικής σκέψης, το κίτρινο της αναίτιας ζήλιας και το γκρίζο που έχει ο δρόμος του φευγιού σου.

Όσο κι αν κλίνεις τα μάτια, απόψε θα δεις όλα μου τα χρώματα.

Και θα ‘ναι όλα δικά σου.

Θα καθίσουν στην ποδιά σου και συ θα τα κανακέψεις σαν κλαψιάρικα μωρά.

Της φαίνεται πως ακούει γέλια, μα δεν είναι άλλες από τις σιωπές της, που τώρα έχουν κάτι διάφανα χαμόγελα χαραγμένα στο πρόσωπο τους

-Ιούδες ,σκέφτεται.

Πάλι άνοιξαν τα συρτάρια της ψυχής της και της έκλεψαν τα χαμόγελα που είχε φυλαγμένα.

Όμως μαζί τους θα ασχοληθεί αργότερα.

Ο καλεσμένος της δεν μπορεί να περιμένει.

Τον ακούει να της μιλάει ξανά και η φωνή του τριγυρίζει τ’ αυτιά της σαν ζουζούνισμα μέλισσας.

-Λοιπόν καλή μου, η ευτυχία έχει την μορφή που της δίνουμε εμείς.

Έχει την μορφή του καπνού από τον πρώτο πρωινό καφέ που αχνίζει στο φλιτζάνι σου.

Έχει τον ήχο από το πλατάγιασμα των γυμνών ποδιών του γιου σου, πρωί –πρωί στα πλακάκια του σπιτιού.

Έχει το χρώμα ενός κουρασμένου καλοκαιρινού απογεύματος που σέρνεται στον κήπο σου και χαϊδεύει τα λουλούδια.

Έχει την δροσιά θαλασσινής αύρας, μα εσύ κλίνεις τα παράθυρα και την κρατάς πεισματικά έξω.

Ψάχνεις σε λάθος σημεία λοιπόν.

-Δεν μπορώ να τον ακούω άλλο, σκέφτηκε.

Μονολογεί, μα πρέπει να τον δικαιολογήσω.

Τόσα χρόνια φιμωμένος δεν έπαιρνε ανάσα.

Είδε πάλι τις σιωπές της να παίζουν με το μαύρο μαντήλι που τον είχε φιμωμένο.

Της φάνηκε πως άλλαζε χρώματα περνώντας από χέρι σε χέρι.

Το μαντήλι της σιωπής απόψε αλλάζει χρώματα.

Θεέ μου, η θλίψη απόψε γέμισε το σπίτι ασφυκτικά.

Την ακούει να χτυπιέται στις πόρτες και τα παράθυρα προσπαθώντας να φύγει.

-Βλέπεις η θλίψη δεν είναι μόνο δική σου. Δεν μπορεί να είναι.

Πρέπει να την αφήνεις ελεύθερη να κάνει τα ταξίδια της και να ξανάρχεται, τον ακούει να της λέει.

Όταν την παγιδεύεις μέσα σου, θεριεύει και κολλάει στα τοιχώματα της ψυχής σου, σαν γλίτσα βρώμικου νερού.

Με τα χρόνια αρχίζεις να μυρίζεις σαν μουχλιασμένο υπόγειο.

Μα μην απελπίζεσαι.

Φτάνει μόνο να τολμήσεις να κάνεις το ταξίδι που χρόνια σχεδιάζεις.

Σήκωσε τα πανιά του καραβιού σου και βάλε την σκέψη σου καθάρια και δυνατή να καθίσει στην πλώρη.

Θα δεις, το ταξίδι θα είναι μαγικό.

Αν πάλι δεν φυσάει αέρας στο υπόγειο σου, μην χάνεις το θάρρος σου.

Κάπου εκεί βρίσκεται ένας πολυέλαιος, καλυμμένος με απανθρακωμένους πόθους.

Είναι στολισμένος με κρύσταλλα πολύτιμα, όσο πολύτιμα είναι και τα δάκρια που νύχτες ολόκληρες πάγωνες για να τον φτιάξεις.

Τόλμησε να τον ανάψεις.

Μην μου λες πως δεν μπορείς , πως είναι σκοτεινά.

Σύρσου στα γόνατα κι ας ματώσεις από τα σπασμένα γυαλάκια του εαυτού σου.

Αφουγκράσου τους τοίχους που κλείστηκες μέσα τους και άκουσε τι έχουν να σου πουν.

Όλα μιλάνε αρκεί να ξέρεις τον τρόπο να τ’ ακούσεις.

Αφού ανάψεις τον πολυέλαιο τόλμησε να χαρείς το φως.

Άστο να σε τυλίξει.

Χόρεψε μαζί του κρατώντας το από το χέρι και υποσχέσου του πως δεν θα το αφήσεις ποτέ ξανά.

Μετά κάθισε στο πάτωμα και κλάψε.

Κλάψε όσο πιο πολύ μπορείς , άδειασε απ’ όλα για να έχεις την χαρά να γεμίσεις με καινούρια πράγματα.

Μην φοβηθείς που τα δάκρυα γεμίζουν το υπόγειο και σου καλύπτουν το στόμα.

Να η ευκαιρία που έψαχνες!

Να η θάλασσα για το καράβι σου.

Μπορεί να μην φυσάει εδώ κάτω και τα πανιά σου να κρέμονται άπραγα, μα τώρα έχεις μια θάλασσα δική σου.

Άντε λοιπόν και καλό σου ταξίδι.

 

Άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα και ο καλεσμένος της εξαφανίστηκε.

Οι σιωπές της χοροπήδησαν απ’ τον καναπέ και προσπάθησαν να κρυφτούν μέσα της.

Μάταια όμως. Είχε κλίσει τις πόρτες της ψυχής της και τις είδε να

σβήνουν κάτω από το φως του πολυελαίου της.

Ο άντρας της και τα παιδιά της μπήκαν στο σπίτι γελώντας και την ρώτησαν ποιος γιορτάζει και άναψε τον πολυέλαιο που είχε χρόνια να ανάψει…

Advertisements

3 σχόλια »

  1. Τρυφερά όμορφο!

    Σχόλιο από psycheandlife — 8 Ιανουαρίου 2012 @ 3:36 πμ | Απάντηση

  2. Θα ήθελα να μάθω αν αυτο το κείμενο ειναι απο απο κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο …. Ευχαριστώ

    Σχόλιο από Ιφιγενεια — 16 Αυγούστου 2012 @ 12:50 μμ | Απάντηση

    • όλα τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί είναι δικά της

      Σχόλιο από Άγονη Γραμμή — 17 Αυγούστου 2012 @ 6:25 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: