Άγονη γραμμή

18 Φεβρουαρίου 2011

Καραογλάνης Αναστάσης

Filed under: Πετρακάκη Αθηνά — Άγονη Γραμμή @ 7:54 μμ
Tags:


Ο ΓΚΙΟΥΛΟΥΜΠΑΣΗΣ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ…

Πετρακάκη Αθηνά

Γεννήθηκε το 1920 στη Νέα Φώκαια της Μικράς  Ασίας.

Στο Ρέθυμνο ήρθε με τους γονείς του όταν ήταν μόλις 17 μηνών.

Η πρώτη τους κατοικία ήταν στο  Μασταμπά, όμως πολύ γρήγορα μετακόμισαν στην περιοχή του Γκιουλούμπαση. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε όλα σε αυτή τη γειτονιά και είδε την περιοχή να μεταμορφώνεται πολλές φορές.

«Η γειτονιά μου» όπως διηγείται ο ίδιος «ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που υπάρχει σήμερα. Τότε δεν υπήρχε  δρόμος αλλά μόνο βράχια, τα οποία ήταν σε αρκετά μεγάλο βάθος. Στα σπίτια μας μπαίναμε από την πίσω πλευρά καθώς ή προσέγγιση από την πλευρά της θάλασσας ήταν ιδιαίτερα δύσκολη »

Ο Αναστάσιος Καραογλάνης είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους που θυμούνται ζωντανά και με λεπτομέρειες τον «Γκιουλμπαξέ» (ωραίο κήπο) ή «κήπο του πρίγκιπα Γεωργίου». Πρόκειται για τον κήπο δηλαδή που υπήρχε δυτικά από το ενετικό λιμάνι στην σημερινή πλατεία Πλαστήρα ο οποίος δημιουργήθηκε από τους Ρώσους όταν αυτοί αποφάσισαν να χτίσουν το Τσάρειο νοσοκομείο στον παλιό δημοτικό κήπο.

Στις 23/11/1898 ο διοικητής έδωσε εντολή να εξωραϊστεί η πόλη και να φυτευτεί κήπος κοντά στο παλιό λιμάνι. Ο κήπος βρισκόταν πάνω στο δώμα του Τούρκικου προμαχώνα σε ύψος σχεδόν επτά μέτρων από τη θάλασσα.

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

«Στο δημοτικό φοίτησα στο Τούρκικο και στο 4ο σχολείο, που κι αυτό στο Τούρκικο στεγάζονταν. Η αυλή του σχολείου ήταν πολύ μεγάλη και μαζευόμασταν όλα τα παιδιά για να παίξουμε εκτός από τα κλασσικά παιχνίδια της εποχής κι ένα μικρασιάτικο, το Τσαμ τσαραλί. Ακόμα ακούω στ’ αυτιά μου το τραγουδάκι του… Στου Καστάνη την αυλή φύτεψα μια λεμονιά. Λεμονιά πορτοκαλιά… Πόσα λεμόνια έκανε;

Όμορφα και ανέμελα ήταν τα παιδικά χρόνια που πέρασα στη γειτονιά του Γκιολούμπαση, μαζευόμασταν τότε όχι μόνο τα παιδιά της γειτονιάς αλλά και παιδιά από αλλού και ψαρεύαμε στα βράχια. Εκεί να’ βλεπες παιδιά πάνω από εκατό στη σειρά με τα καλάμια τους να ψαρεύουν, σήμερα δεν πατάει κανείς για ψάρεμα, παρά μόνο εκείνοι που έρχονται για φαί ή για καφέ».

Ο ΚΗΠΟΣ

Οι τελευταίες μέρες του κήπου του λιμανιού του γνωστού Γκιουλμπαξέ που έδωσε και τ’ όνομά του σε ολόκληρη την περιοχή περιγράφονται από τον Ανέστο (όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του) Καραογλάνη.

«Θυμάμαι τον κήπο, ήταν ψηλά πάνω από τους μεγάλους θόλους του λιμανιού φυτεμένος με φοίνικες και αλμυρίκια. Είχε πέτρινα παγκάκια στα οποία ξεκουράζονταν όσοι έκαναν βόλτα προς τα εκεί. Κάτω από τους τεράστιους θόλους είχε το μεταξάδικό του ο Σπυριδάκης. Όταν αποφάσισαν να αξιοποιήσουν την περιοχή, έφεραν από το Λασίθι χτιστάδες και άρχισαν να χτίζουν το τοιχίο που είναι προς την πλευρά της θάλασσας. Την ίδια στιγμή είχαν ξεκινήσει και οι εργασίες για να ρίξουν τον κήπο και τους θόλους. Ερχόταν μεγάλα φορτηγά και έφερναν χώμα από τον κήπο και με αυτό γέμιζαν το κενό ανάμεσα στα σπίτια και το τοιχίο που έφτιαχναν μπροστά από τη θάλασσα. Εκατοντάδες δρομολόγια χρειάστηκαν για να καλυφθεί το κενό από το λιμάνι μέχρι το πέταλο του περιφερικού που από εκεί και πέρα, προς τη νομαρχία δηλαδή, ήταν μονοπάτι. Θυμάμαι έντονα το ατέλειωτο τοιχίο που επέτρεπε στη θάλασσα να μπει και να μετακινήσει τους σωρούς από χώμα. Όπως η θάλασσα έπαιρνε το χώμα εμείς τα παιδιά του ζούσαμε εκεί είχαμε προσέξει ότι το ανακάτεμα αυτό έβγαζε στην επιφάνεια διάφορα νομίσματα τα οποία βέβαια και μαζεύαμε. Κάθε φορά σε κάθε καινούργιο φορτίο από χώμα παρουσιάζονταν όλο και περισσότερα τέτοια νομίσματα. Φυσικά ως παιδιά δεν γνωρίζαμε αν έχουν αξία ή όχι, αλλά θυμάμαι ότι κάπου τα δίναμε και ως αντάλλαγμα παίρναμε μερικές δεκάρες, αφού αυτά που βρίσκαμε δεν περνούσαν και δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε τίποτα».

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ

«Αριστερά από το σπίτι μου εκεί που είναι σήμερα τα Βουστάσια ήταν η ταβέρνα του Λευτέρη του Παπαδάκη «το τρεχαντήρι» και δεξιά μου ήταν το σαπουναριό του. Στο κτίριο που ήταν το σαπουναριό δηλαδή στη σημερινή ταβέρνα «Νίκολας» ζούσε πριν ο Ηλίας ο Μιχελιδάκης που ήταν και επιστάτης στο σχολείο, ο γνωστός Μπαρμπαλιάς.

Στην γειτονιά του Γκιουλούμπαση είχε πολλά παιδιά και για ένα από αυτά  θα σας διηγηθώ ένα αστείο περιστατικό. Εκείνη την εποχή  και πολύ πρoτού βέβαια εμφανιστεί ο γνωστός υπερήρωας Superman υπήρχε ένα super robot,  που τα παιδιά επηρεάζονταν πολύ από τα κατορθώματα του. Έτσι λοιπόν ο μικρός γείτονας μου Νίκος, είχε προσέξει ότι το robot είχε ένα κουμπί στο στέρνο του, που σύμφωνα με το σενάριο όταν το πάταγε, πέταγε… Πήγε λοιπόν κι ο Νικολάκης στη μαμά του σχεδόν κλαίγοντας, με ένα και μοναδικό αίτημα. [Ράψε μου ένα κουμπί, ράψε μου ένα κουμπί…] Η μητέρα του μη γνωρίζοντας τι έχει στο μυαλό του ο κανακάρης της του έραψε το κουμπί που τόσο επίμονα ζητούσε. Εκείνος ιπτάμενος ήρωας πια, ανέβηκε πάνω στο τοιχίο του περιφεριακού, ύψωσε το χέρι μπροστά κι ετοιμάστηκε ν’ απογειωθεί στους αιθέρες. Αντί αυτού όμως κι ευτυχώς για καλή του τύχη, έπεσε στο νερό σε μια μικρή γούβα που υπήρχε εκεί η οποία και τον γλίτωσε από τα κοφτερά βράχια και τον σχεδόν βέβαιο θάνατο. Η μητέρα του, που παρακολούθησε τη  σκηνή αφού βεβαιώθηκε ότι είναι καλά του έριξε ένα γερό χέρι ξύλο αντάξιο ενός υπερήρωα έτσι ώστε να μην το ξεχάσει ποτέ. »

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΞΥΛΟΥΡΓΟΣ

Μεγαλώνοντας επέλεξε το επάγγελμα του ξυλουργού και το ξυλουργείο του ήταν στην οδό Β. Κορνάρου, οδός κάθετος στην Σουλίου.

« Εκείνη την εποχή όταν είχα το ξυλουργείο στην Β. Κορνάρου, ερχόταν οι πατεράδες για να παραγγείλουν την προίκα της κόρης που επρόκειτο να παντρευτεί. Ένας καναπές μια ντουλάπα ένα τραπέζι με τις καρέκλες ήταν αυτά που συνήθως παράγγελναν μια και αυτά ήταν όσα μπορούσαν να πληρώσουν, όταν μπορούσαν δηλαδή.

Πριν από την κατοχή και σε μεγάλες αναδουλειές πήγα και αγόρασα μια προβιά, ύστερα από κομμάτια ξύλου έβγαλα το κάτω μέρος φελών κάτι σαν τα σημερινά τσόκαρα. Με μια εγκοπή από κάτω λίγο στρογγύλεμα μπροστά ίσιωμα από πάνω και μια λουρίδα από την προβιά που προανέφερα και έτοιμα τα πατούμενα. Έβγαζα μάλιστα και διάφορα νούμερα κι όταν ήταν έτοιμα τα κρέμαγα σ’ ένα ξύλο έξω από το μαγαζί. Πούλησα από αυτά δεκάδες ζευγάρια – ύστερα όμως ήρθε η κατοχή και όλα αυτά σταμάτησαν».

Η ΚΑΤΟΧΗ

«Στην κατοχή συνέχισα να δουλεύω στο ξυλουργείο παρά το ότι τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Παρά της δυσκολίες εκείνης της εποχής εμείς σφίξαμε τα δόντια και τα καταφέραμε. Ένα περιστατικό που χαράχτηκε στη μνήμη μου από τον καιρό της κατοχής είναι αυτό που θα σας διηγηθώ παρακάτω. Εγώ και ένας φίλος μου ο Μανώλης ο Μιχελιδάκης είδαμε να επιπλέει και να έρχεται προς την ακτή κοντά στο πέταλο του περιφερειακού ένα τεράστιο σφαιρικού σχήματος αντικείμενο που είχε «κέρατα» γύρω του. Νάρκη… ήταν νάρκη και πλησίαζε. Ανεβήκαμε στο κάστρο για να βλέπουμε καλύτερα αλλά και για να προστατευθούμε. Το κύμα την έφερνε σιγά σιγά προς την ακτή κάνοντας εκείνη την κίνηση του πάνω κάτω, μια δηλαδή την ανέβαζε ψηλά και μια σχεδόν κρυβόταν από τα μάτια μας.

Η ώρα περνούσε κι εκείνη ερχόταν όλο και πιο κοντά και πλησίαζε σ’ ένα μεγάλο βράχο που ήταν ακουμπημένος πάνω στα βράχια. Θυμάμαι πως όταν άγγιξε τα βράχια, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Εμείς είχαμε πέσει κάτω αλλά η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που σείστηκε ολόκληρο το κάστρο και εμείς έτσι όπως είχαμε ξαπλώσει, το σώμα μας χοροπήδησε πάνω στο χωματένιο δάπεδο. Όσο για το βράχο που πριν σας περιέγραψα αυτός σηκώθηκε πολλά μέτρα από το έδαφος μέχρι να ξαναπέσει πίσω στη θάλασσα. Όταν κατεβήκαμε διαπίστωσα ότι στο σπίτι μου, δεν είχε μείνει ούτε πόρτα ούτε παράθυρο από τη δύναμη της έκρηξης.

Ένα ακόμα περιστατικό που θυμάμαι από περίοδο της κατοχής είναι η στιγμή που ένας Γερμανός αξιωματικός μπήκε στο μαγαζί μου και σχεδόν με διέταξε να φυλάξω για λίγες ώρες και μέχρι την επιστροφή του, ένα δέμα τυλιγμένο σε πολλές εφημερίδες. Αντίρρηση να φέρω δεν μπορούσα, το ακούμπησε στον πάγκο κι έφυγε. Η περιέργεια όμως δεν με άφηνε να ησυχάσω, αναρωτιόμουν τι μπορεί να είναι αυτό που δεν μπορούσε να αφήσει αλλού, σε κάποιον συνάδελφο του για παράδειγμα αλλά μου το κουβάλησε να το κρύψει εδώ. Μόλις έφυγε πλησίασα στο δέμα και το άνοιξα… Έμεινα άφωνος με το περιεχόμενό του. Επρόκειτο για το κεφάλι αρχαίου αγάλματος που ο εν λόγω αξιωματικός που θα έφευγε με άδεια, προσπαθούσε να βγάλει κρυφά από τη χώρα.

Τώρα τι κάνουμε σκέφτηκα θα αφήσω το γερμαναρά να κλέψει το κεφάλι του αγάλματος; Κάτι τέτοιο δεν μπορούσα να το αφήσω να συμβεί!

Έκλεισα αμέσως το μαγαζί και ξεκίνησα να αναζητώ μια πέτρα, όμοια στο μέγεθος και στο βάρος του κεφαλιού. Όταν τη βρήκα την τύλιξα με τις εφημερίδες έτσι ώστε να μοιάζει με το προηγούμενο δέμα. Δεν μπορώ να ξεχάσω το φόβο που ένιωσα όταν ο Γερμανός επέστρεψε για να πάρει το πολύτιμο δέμα του. Μόνο στη σκέψη ότι μπορεί και να το άνοιγε έτρεμαν τα πόδια μου, καθώς με την πράξη μου αυτή είχα ήδη υπογράψει τη θανατική μου καταδίκη, πράγμα που ευτυχώς δεν συνέβη τελικά.

Βέβαια ο φόβος δε σταμάτησε εδώ γιατί όπως είπα ο Γερμανός θα επέστρεφε από την άδειά του και τότε το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν, να ψάξει να με βρει για να με «ευχαριστήσει»!

Ευτυχώς ο πόλεμος τέλειωσε πρώτου τελειώσει η άδειά του κι έτσι τη γλίτωσα κι εγώ και το «αρχαίο κεφάλι».

Όταν τέλειωσε ο πόλεμος «ξέθαψα» το κεφάλι από εκεί που το είχα κρύψει και το παρέδωσα στο Μουσείο Ρεθύμνου.

Η μοναδική μου στεναχώρια είναι ότι ποτέ δεν το είδα σαν έκθεμα στο μουσείο αφού οι υπεύθυνοι το πέταξαν σε κάποια αποθήκη και το ξέχασαν…

Οι αναμνήσεις από την κατοχή είναι πολλές και καθόλου ευχάριστες, ήταν μαύρες μέρες, που όποιος της έζησε δε θα τις ξεχάσει ποτέ…»

Μετά την κατοχή  στα τέλη του 1946 παντρεύτηκε την Παρασκευούλα Δημάκη από της Καλύβες Αποκωρόνου και απέκτησε δύο παιδιά το Γιάννη και την Κατερίνα. Μετά το γάμο τους μετακόμισαν στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη Ο κυρ Ανέστος εργάστηκε για αρκετά χρόνια στο εργοστάσιο Βαράγκη.

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Το σπίτι του κυρ Αναστάση είναι κοντά στο λιμάνι πράγμα που τον κάνει να έχει πολλές αναμνήσεις και από το χώρο αυτό.

«Έντονα στην μνήμη μου έχουν αποτυπωθεί πολλά πράγματα που αφορούν  το λιμάνι. Οι δυσκολίες των λιμενεργατών, τα πλοία που δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το χειμώνα, η ταλαιπωρία των ανθρώπων στο ν’ ανέβουν και να κατέβουν στα πλοία, τα εμπορεύματα που παράγγελνα στην Αθήνα π.χ. καθρέπτες και μάρμαρα κι όταν είχε κακοκαιρία δεν έρχονταν και δεν μπορούσα να παραδώσω τις δουλειές μου και κατ’ επέκταση δε μπορούσα να πληρωθώ κτλ.

Υπάρχει όμως ένα περιστατικό, που όμοιό του δεν έχω ξανασυναντήσει. Μετά από το σεισμό στη Σαντορίνη αν θυμάμαι καλά, ήρθε τσουνάμι στο Ρέθυμνο. Πρώτα τραβήχτηκαν τα νερά, τόσο πολύ μάλιστα, που μπορούσαμε να περπατήσουμε στον πάτο του λιμανιού. Αυτό το φαινόμενο κράτησε δέκα λεπτά περίπου. Μετά όμως από αυτό το δεκάλεπτο τα νερά επέστρεψαν πίσω με φόρα και φουσκωμένα. Πλημμύρισαν τα μαγαζιά στο λιμάνι, πέρασαν τη Λότζια, πλημμύρισε ακόμα και η σημερινή πλατεία Τίτου Πετυχάκη, αλλά καθώς τα νερά περνούσαν και πλημμύριζαν την πόλη, συγχρόνως έμπαιναν στα υπόγεια φρεάτια, εκεί δηλαδή που ζούσαν κατά εκατοντάδες τα ποντίκια. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό καθώς λίγο πριν περάσουν τα νερά, τα ποντίκια έτρεχαν μπροστά για να σωθούν…»

ΣΗΜΕΡΑ…

Τα τελευταία δέκα χρόνια ο κυρ Ανέστης ζει και πάλι στη γειτονιά των παιδικών του χρόνων τον αγαπημένο του Γκιουλούμπαση, αναπολώντας το παρελθόν, και περιγράφοντας στους νεότερους όλα όσα ξέρει και όλα όσα θυμάται για να μην περάσουν κι αυτά στη λήθη όπως το αρχαίο κεφάλι που παρέδωσε στο Μουσείο.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: