Άγονη γραμμή

8 Ιουλίου 2011

Λαϊκές παροιμίες

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 10:19 πμ
Tags:

Παροιμίες, το καταστάλαγμα της σοφία του λαού, κυκλοφορούν χιλιάδες. Οι παρακάτω κυκλοφορούσαν παλιότερρα στο χωριό μας και στα χωριά της Γυαλιάς. Κάμποσες από αυτές κυκλοφορούν ακόμα, αν και τα τελευταία χρόνια δεν πολυχρησιμοποιούν οι άνθρωποι στη συζήτησή τους παροιμίες όπως παλιότερα. Μερικές από αυτές κυκλοφορούν και στην υπόλοιπη  Ελλάδα, αλλά τις καταχωρώ εδώ όπως τις λένε στα χωριά μας, με την Αϊβασιλιώτικη δηλαδή διάλεκτο. Οι περισσότερες πάντως είναι γνήσιες Σελλιανές και των γύρω χωριών.

 Α(ν) θες να δεις τον άθρωπο, φέρε την αθιβολή του.

 Αγκάθι του Καλοκαιριού, μαρούλι του Χειμώνα.

 Άκου χτύπους στα Χανιά, άκου τσοι κι επά κοντά.

 Αλί του που δε ξυέται με τα νύχια του.

 Άλλα μελετά ο ζευγάς, κι άλλα μελετούν τα βούγια.

 Άλλοι μπαίνουνε στσοι κήπους κι άλλοι τρώσινε τσοι χτύπους.

 Άλλοι πεθυμούν τα γένια, κι άλλοι ξυουν και ρίχνουν τα.

 Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν, κι άλλοι τρων’ και μακαρίζουν.

 Άλλοι τρών’ ώστε να βρίχνουν κι άλλοι τρών’ ώστε να θένε.

 Άλλος έχασκε κι άλλος εμετάλαβε.

 Ανάθρεψε το (μ)ποντικό, να φάει το μαλλί σου.

 Απ’ όπου βγάνεις και δε βάνεις, γρήγορα στον πάτο φτάνεις.

 Απίς και (από τότε που.)  γέννησεν η σκρόφα (γουρούνα),

δεν εξαναχόρτασενε σκατά

 Από κακό αργόχερο (εργαλείο), δουλειά δεν απομένει ακάμωτη.

 Απού (όποιος) ‘ναι γέρος κουζουλός, απού (από) τα νιάτα του ‘ναι.

 Απού (όποιος) λυπάται ξένο κρέας, τρων’ οι σκύλοι το δικό του.

 Απού (όποιος) μαγερεύει ψόμματα, η κοιλιά του το κατέχει (το ξέριει).

 Απού ‘χασεν το χοίρο του, όλο μουγκρές εγρήκα.

 Απού ‘χει οζά, έχει προβές και μέλισσες κοφίνια.

Κι απού ‘χει πράσινες ελές, Βενέτικα τσεκίνια.

 Απού ‘χει τσι ψείρες, έχει και τα χτένια.

 Απου ’χει τη μύγια, μυγιάζεται.

 Απού κάηκενε στην κολοκύθα, φυσά και το γιαούρτι.

 Απού κοπελομάθει, δε γεροντοξεχνά.

 Απού πάρει πέτρα και δαρθεί, κιανείς μην τόνε λυπηθεί.

 Απού σκοντάφτει το ταχύ, ολημερίς σκοντάφτει.

 Απού ταϊτεροφάει (όποιος φάει πρωί) κι αποσπεροκοιμηθεί (κοιμηθεί

νωρίς), δεν το ματανοιώθει.

 Αργός δουλειά δεν είχενε, τον κάτη (γάτο) λύ(νει) και δένει.

Γάστρωσε τη γραί, κόψε τσ’ αφορμές.

 Για την καινούρια στράτα, μην αναγυρίζεις την παλιά.

 Γονέοι τρων’ τα όξινα και τα παιδιά μουδιούνε.

 Δίνει μου η μάνα, δίνει μου, μα σαν τα δυο μου χέρια…!!!

 Δίνε των οζώ σου ζάλα, να σου κατεβάζου γάλα

κι αντιστύλωνε τα στείρα να σου κατεβέζου ξύγκια.

 Εδά στ’ απογεράματα, θα μάθ’ η γραι τα γράμματα.

 Είδα ΄γω κι άλλους σπανούς, μα ΄χαν και πούκε τρίχα.

 Είπεν ο γάιδαρος το μ-πετεινό κεφάλα

 Έκαμεν η μύγια αλώνι, και γυρίζει και μαλώνει.

 Ελίγα φάε, ελίγα πιε, κι ανέγνοιαστος κοιμήσου.

 Εμακρύναν οι ποδιές μας, κι εσκεπάσαν τσ’ εντροπές μας.

 Επάντρεψες το παιδί σου, έκαμές το γείτονα.

 Εσύ κακό χερόβολο κι εγώ κακό δεμάτι.

 Ετσά κεφαλή, ετσά χτύπους θέλει.

 Ευκού του ξένου κήπου, ν’ α(ν)θεί ο δικός σου.

 Εχόλιασεν ο λαγός τ’ αοριού, μα τ’ αόρι ίντα το νοιάζει

 Εψόφησεν η αελιά, εξέκαμεν η συζεψιά.

Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.

 Η γραι αφορμήν εγύρευγε, μα κιας καλή την ηύρενε.

 Η καλή νοικοκερά με το κουτάλι κλώθει.

 Η στραβή αελέ (αγελάδα) δε θωρεί τσ’ αλετρές τση, μόνο θωρεί τσ’

άλλης.

Καβρός στη ν-τρύπα δε χωρεί, και κολοκύθια σέρνει.

 Κάθε αγίου, μιαν ημέρα.

 Κάθε σούρα (κακή διάδοση, φήμη, κατηγορία), μιαν ημέρα.

 Κακή ζωή, άσχημα γέρα.

 Καιρό θωρείς, καιρό μην ανημένεις.

 Καλλιά να σε φάει το θεριό, παρά τ’ αθρώπου η γλώσσα.

 Κερά και συ, κερά κι εγώ, και ποια θα πάει στο νερό.

Με το μήνυμα, χατζής δε γίνεσαι.

 Με τον εδικό σου φάε, πιε, μα αλισβερίσι μην κάμεις.

 Μην κρίνεις, μη σε κρίνουνε. Μην πεις, να μη σου πούνε.

 Μικρό-μικρό τ’ αλώνι σου, να ‘ναι μοναχικό σου

 Μυλιάτικα, φουρνιάτικα, του μυλωνά ‘ναι η πίττα.

Να λείπαν τα πιπέρια μου, να δω τσι μαγεριές σου.

Να πάρει ο παπάς τα βλοητικά, κι ας πουτανιάσει η νύφη.

Να σύρει ο κλέφτης τη φωνή, να φύγ’ ο νοικοκύρης.

Να ‘χεν ακούει ο Θεός των κοράκω, ούλοι οι γαϊδάροι θελά ψοφούσα(ν).

Ο Γρηγόρης εγρηγόρει κι ο Μελέτης εμελέτα

κι ο Γρηγόρης την επήρε του Μελέτη τη γυναίκα.

 Ο γέρο κάτης (γάτος) έλειψε, κι οι ποντικοί χορεύαν.

 Ο Θεός κατά τα ρούχα, δίνει και την κρυγιότη.

 Ο κουζουλός την πίκρα του, παρηγοριά την έχει.

 Ο ξεντερισμένος βορθακός (βάτραχος) αναβαστά το γέρο.

 Ο παπάς για την κοιλιά του, έχασε τη λειτουργιά του.

 ‘Οποιος αναγελά, γυρίζει και κολά.

 Ο σκύλος όπου τρώει, γαβγίζει.

Ό,τι απ’ ανέμου κι α γενεί, πάλι απ’ ανέμου πάει.

Όμοιος τον όμοιον αγαπά, κι η κοπρέ τα λάχανα.

Όντε (όταν) διψά η αυλή σου, νερό μη χύνεις όξω.

Όντε με βρεις με στέρευε, κι όντε με θες να μ’ έχεις.

Όντε λιάζει, παίρνε το γαμπά (κάπα) σου κι όντε βρέχει ξιάσου.

Όντεν αποκλαίγαν ούλοι, αναδάκρυωσε κι η γραι.

Όντεν είσαι σφύρα χτύπα, κι όντεν είσ’ αμόνι δέχου.

Όντεν έπρεπε δεν έβρεχε και το Μάη εδροσολόγα.

Όποιος αναγελά, γυρίζει και κολλά

Όποιος ανακατεύει τα πηλά (λάσπες), στη μέση πέφτει και βουλά.

Όποιος ζυγώνει (κυνηγά) δυο λαγούς δεν πιάνει κιανένα.

Όποιος κάνει του γαϊδάρου χάρη, το σομάρι του να βάλει.

Όποιος κάτσει με στραβό, το πρωί αλληθωρίζει

Όποιος τσιτώνει το γάιδαρο, δέχεται τσι τσινές (κλωτσιές) του.

Όπου κάμει ο ψεύτης κολατσιό, δεν κάνει μεσημέρι.

Όπου ‘ναι τρεις και τέσσερις, γλάκα (τρέχα) μικιό μου, γλάκα.

Όπου αστοχήσεις γιάερνε (επέστρεφε) κι όπου πετύχεις φύγε.

Όπου δεις κακή γυναίκα, δυο φορές τηνε χαιρέτα.

Όπου δεις πολλή αγάπη, γδέχου (περίμενε) και πολλή αμάχη.

Όπου φτάν’ η χέρα σου, κρέμνα το καλάθι σου.

Όπως σου παίζουνε τη λύρα, χόρευγε.

Ούλα ‘ναι φάδια τση κοιλιάς και το ψωμί στημόνι.

Ούλοι μιλούν για τ’ άρματα, κι ο Γιάννης για την πίττα.

Όσες πράσινες φοράδες, τόσες καλοπεθεράδες.

Κι όσες κουρούνες γαλανές, τόσες μητριγές καλές.

Ο χορτασμένος δεν πιστεύει του πεινασμένου.

Παράσυρε το σπίτι σου να σου φανεί μεγάλο,

ανάρραψε το ρούχο σου να σου φανεί καινούριο.

 Πε το, πε το, το κοπέλι, έκαμε τη γραι και θέλει.

 Πόθανε για να σ’ αγαπώ και ζηε (να ζεις) να μη σε θέλω.

 Πού θα κόψουν το τυρί κι ο σάρακας να λείπει.

Σα δε διαβούν νοικοκυροί, πράματα δε ρημάσουν.

 Σα σε πούνε μεθυσμένο, πιασ’ τον τοίχο σάλευε.

 Σκότωνε τροζούς, πλέρωνε τζερεμέδες.

 Σκύλο που γαβγίζει, μην τόνε φοβάσαι.

 Σκύλος σε δάκασε, βάλε το μαλλί του.

Τ’ αναμέλη τη γυναίκα, ο γρηγόρης την επήρε.

Τ’ αναγέλιο δε γερά, μόνο στέκει και γελά.

 Τα ‘παθα, ‘παθα, κατέχω. Τα θα πάθω δε γατέχω.

 Τα ‘χει η γραι στο λογισμό τση, τα θωρεί κι εις τ’ όνειρό τση.

 Το άλογο που τρέχει γρήγορα, αποσταίνεται.

 Το βασιλικό απίδι, την τιμή απού ‘χει δίδει

 Το βερεσέ κρασί, δυο φορές μεθεί.

 Το βούι αναγέλανε το γάιδαρο αχειλάρη.

 Το δίκιο αργεί μα δε χάνεται.

 Το δικό μου παρανόμι, να το εσύ καημένε Αντώνη.

 Του κουτσαδόντη τυχαίνει το παξιμάδι.

 Του τατά του μοιάζ’ ο Γιάννης.

 Του φτωχού το βροσιμάκι, (γ)ή βελόνα (γ)ή καρφάκι.

 Των ακριβώ τα πράματα, τα τρων οι χαροκόποι.

 Των Ατζιγγάνων η κακιά, αποσπέρας ως ταχιά

Χαμηλά φόρτωνε και ψηλά τραγούδιε.

 Χίλιοι χρόνοι, χίλιοι μπουνταλάδες.

 Ώσπου να ‘ρθει του πλούσιου η όρεξη, βγαίνει του φτωχού η ψυχή.

 Ώστε να ‘χει η φλάσκα πίνει, σα δεν έχει την αφήνει.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Ωραία συλλογή!
    Το αγαπημένο μου από αυτά είναι: Όπου δεις πολλή αγάπη, γδέχου (περίμενε) και πολλή αμάχη.

    Σχόλιο από Fairy — 2 Αυγούστου 2011 @ 1:17 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: