Άγονη γραμμή

22 Ιουλίου 2011

Επισκέπτης

Filed under: Ηλιάκη-Βόλακα Άσπα — Άγονη Γραμμή @ 1:19 μμ
Tags:

 

Ήρθε απρόσκλητος.
Μπήκε μέσα στην ζωή της ακροπατώντας, κάθισε στην μέση μέση για να τον βλέπουν όλοι , άναψε τσιγαράκι και χαμογελούσε όλο νόημα.
Φορούσε άσπρα ρούχα και ένα κατακόκκινο σακάκι, τόσο κόκκινο σαν άνοιξη.
Tον είχε ξανασυναντήσει πριν χρόνια μα ούτε που τον θυμόταν.
Βέβαια που και που κάτι της θύμιζε ,κάπου μέσα της υπήρχε αυτή η φλόγα που τώρα έβλεπε να καίει στα μάτια του, μα η τρέλα της για κείνον δεν την άφηνε να θυμηθεί.
Όσα την έβλεπε αυτός να παραληρεί με την παρουσία του ,τόσο θέριευε .
Την έβαλε να βάψει τα μάγουλα της, να ξεθάψει το κόκκινο κραγιόν της και να λύσει τα μαλλιά της..
Έφερε άρον άρον το καλοκαίρι , το έντυσε με κίτρινο φουστάνι και το έβαλε να χορεύει στην αυλή της.
Γέμισε τις γλάστρες της με λουλούδια και στρίμωξε τις μυρωδιές όλου του κόσμου μέσα στην ψυχή της. Η μέρα αναστέναξε βαθιά ,κουλουριάστηκε κάτω από ένα φύλλο και περίμενε υπομονετικά την νύχτα για να της παραδώσει τα κλειδιά τ’ ουρανού. Θαρρούσε κι αυτή η αγαθή, πως την νύχτα αυτός ο ταραξίας θα πέσει αποκαμωμένος να κοιμηθεί και όλα θα γίνουν όπως πρώτα.
Πόσο γελάστηκε . Ήρθε η νύχτα κι αυτός γιγαντώθηκε. Την πήρε αγκαλιά ,έγινε μυρωδιά κορμιού και χάθηκε στις ζάρες του σεντονιού της.
Ένοιωσε το χάδι του απαλό και πηχτό σαν να κυλιόταν πάνω σε ένα σεντόνι από μαύρο βελούδο.
Κοίτα λοιπόν να δεις ,που είχε ξεχάσει πως υπήρχαν όλα αυτά. Είχε ξεχάσει πως χορεύουν οι ανάσες κάτω απ’ το σεντόνι και πως αγαπιούνται τα κορμιά με την φωτιά.
Μ’ αυτή τη φωτιά χόρεψε πολλά βράδια. Της έκαιγε το κορμί, την ζωή, το μυαλό , μ’ αυτή καμωνόταν την ανήξερη .
Όλη νύχτα πετούσε στον ουρανό του, μα δεν χόρταινε. Πετούσε με το στόμα και τα χέρια ανοιχτά για να γευτεί όση περισσότερη ελευθερία μπορούσε.
Είχε γεμίσει η ψυχή της νυχτολούλουδα και χρόνια τώρα έψαχνε να βρει κάποιον να τα χαρίσει.
Παρασύρθηκε στον χορό του, αφέθηκε στα χάδια του και ζήτησε συγνώμη γι’ αυτό ,μόνο από το Θεό.
Εξ’ άλλου ποιος άλλος μπορεί να την κρίνει;
Μα ξάφνου κατάλαβε πως τούτη η φωτιά δεν ήταν γι’ αυτήν.
Κουράστηκε.
Έτσι απλά λοιπόν έδεσε τα μαλλιά της πίσω, όπως συνήθιζε εδώ και χρόνια.
Ξέβαψε το κραγιόν απ’ το στόμα της και το κόκκινο απ’ τα μάγουλα της.
Εξαφάνισε όλα του τα σημάδια και τον όρκισε να μην ξανάρθει.
Μα που και που, τα βράδια που κάθονταν μόνη στην αυλή της τον θυμόταν με νοσταλγία και σιγοψιθύριζε τ’ όνομα του….έρωτα…έρωτα..
Μα καμιά απάντηση, τίποτα.
Η νύχτα της έστειλε μια δροσερή ανάσα κι αυτή ανατρίχιασε.
Τόσο κρύο μέσα στο καλοκαίρι; σκέφτηκε . Πήρε ένα κόκκινο ξεχασμένο σακάκι που βρήκε στην πλάτη της καρέκλας και σκεπάστηκε.
Τώρα ,ήταν καλύτερα.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Δροσοσταλίδα να ημουνα αγριολούλουδο μου να τον περνώ στα φύλλα σου απάνω τον καιρό μου

    Σχόλιο από greecelands — 4 Αυγούστου 2011 @ 6:42 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: