Άγονη γραμμή

9 Απριλίου 2012

Επικήδειος γάμος στα ριζίτικα

Filed under: Μακρής Χρίστος — Άγονη Γραμμή @ 9:55 πμ
Tags:

 Το κείμενο που ακολουθεί είναι διάλεξη του κ. Μακρή, που δόθηκε στην αίθουσα τελετών του Δημαρχείου Χανίων, οργανωμένη από το Σύλλογο Ρεθεμνιωτών το ΑΡΚΑΔΙ.

Η διάλεξη αυτή προέρχεται μεν από το βιβλίο του ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΑΜΟΣ, κάθε άλλο όμως παρά αποτελεί απλή παρουσίασή του. Περιέχει κατά το πλείστον νέα στοιχεία και απόψεις και για το λόγο αυτό είναι συμπυκνωμένο συμπλήρωμά του.

Πριν από κάθε άλλο οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύλλογο των αγαπητών μου Ρεθεμνιωτών ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ για την τιμή που μου έκανε να με καλέσει απόψε για την ανάπτυξη ενός θέματος του ριζίτικου τραγουδιού, που για πρώτη φορά στο τραγούδι αυτό παρουσιάζεται. Ύστερα και όλους εσάς, που με την ευγενική παρουσία σας όχι μόνο τιμάτε ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ κι ακόμη και τον ομιλητή, αλλά πολύ περισσότερο τις αρχέγονες και αδιάφθορες ρίζες του ιδιότυπου ριζίτικου κρητικού δημοτικού τραγουδιού, οι οποίες ρίζες, όπως ελπίζω ότι θα διαφανεί, περισσότερο ή λιγότερο υπάρχουν ακόμη μέσα σε όλους μας.

Όπως γνωρίζετε το θέμα της αποψινής μας συγκέντρωσης είναι: ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΑΜΟΣ ΣΤΑ ΡΙΖΙΤΙΚΑ. Και τί είναι μεν Ριζίτικα όλοι περίπου ξέρομε, και δεν θα ήταν ίσως περιττό, θα ήταν όμως οπωσδήποτε καταστρεπτικό για το καινούργιο, που θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω, το να δαπανήσομε χρόνο για την ανάλυση του όρου ΡΙΖΙΤΙΚΑ. Τί είναι όμως ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΑΜΟΣ δεν ξέρομε, ενώ παραδόξως ξέρομε. Διότι ξέρομε πολύ καλά, ότι όταν ένας άνθρωπος πεθάνει άγαμος και μάλιστα νέος, τότε, εκτός από τη θρησκευτική ακολουθία της επίσημης θρησκείας, και ακόμη, εκτός από άλλα στοιχεία σχετικά με την πρόθεση, την κηδεία και την ταφή του νεκρού, που είναι προχριστιανικά, τα λεγόμενα παγανιστικά, δηλ. ειδωλολατρικά, και μια τρίτη ομάδα εθίμων τελείται στην περίπτωση του θανάτου άγαμου ανθρώπου είτε νέου είτε νέας, αλλά πολλές φορές, ιδίως σε παλαιότερα χρόνια, και πολύ λίγο ηλικιωμένου, αν ήταν άγαμος. Η τρίτη αυτή ομάδα περιλαμβάνει έθιμα γαμικά, του γνωστού δηλ. θρησκευτικού γάμου. Όπως ακριβώς στον κοινό γνωστό αυτό γάμο ο γαμπρός, όπως και η νύφη, ντύνονται με ιδιαίτερα ωραία φορεσιά, η νύφη μάλιστα με το γνωστό κάτασπρο και ποδήρες νυφικό, όπως τοποθετείται στεφάνι στο κεφάλι του κάθε νυμφευόμενου, όπως χρησιμοποιούνται άσπρες λαμπάδες με άσπρες κορδέλλες, που τις κρατάνε μικρά παιδιά ασπροφορεμένα συνήθως κι αυτά, όπως χρησιμοποιούνται κουφέτα κ.λ.κ.λ., τα ίδια αυτά, ακριβώς τα ίδια, τελούνται προστιθέμενα στην πρόθεση, την κηδεία και την ταφή του νέου ή της νέας, που πέθαναν άγαμοι. Τα πρόσθετα αυτά έθιμα απόδωσα με τον όρο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΑΜΟΣ, ο οποίος, χωρίς καμιά αντίρρηση από κανένα ειδικό ή ερασιτέχνη λαογράφο, έγινε αμέσως διεθνώς αποδεκτός, όπως και ο επιστημονικός του ορισμός.

Και τώρα, που έχομε ξεκαθαρίσει την έννοια του θέματος μας, δηλ. τα έθιμα της λαϊκής θρησκείας, που ονομάσαμε ΕΠΙΚΗΔΕΙΟ ΓΑΜΟ, είναι ίσως ενδιαφέρον να προσθέσομε λίγα λόγια για την ιστορική του παρουσία και την γεωγραφική του έκταση, και σύμφωνα με τα στοιχεία, που ως τώρα έχομε. Στον Όμηρο λοιπόν το έθιμο αυτό δεν αναφέρεται, αν και τα ομηρικά έπη προσφέρονται στην αναφορά του. Εντούτοις μπορούμε να υποθέσομε, ότι υπήρχε και στην εποχή του Ομήρου, γιατί λίγο αργότερα, τον Στ’ αι. π.Χ., αλλά και στον Ε’ και τον Δ’, ξέρομε από την Αρχαιολογία, ότι επάνω στους τάφους των άγαμων ετοποθετούσαν λουτροφόρους ως επιτύμβιο σήμα του άγαμου νεκρού, εκείνου δηλ. που δεν είχε την ευτυχία να κάνει το προγαμιαίο λουτρό, αφού στις λουτροφόρους έβαζαν το νερό για το προγαμιαίο αυτό λουτρό. Κι ακόμη, ότι ενώ στην αρχή οι παραστάσεις των λουτροφόρων ήταν επικήδειες στη συνέχεια είναι γαμήλιες. Το έθιμο αυτό είναι τόσο ισχυρό, ώστε, αν και το καταπολέμησε το Βυζάντιο ως ειδωλολατρικό κατόρθωσε να φτάσει ως τις μέρες μας με αμείωτη δύναμη. Ως προς τη γεωγραφική έκταση, το έθιμο ζει και σήμερα στην Βουλγαρία και την Κάτω Ιταλία. Μολονότι δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα ως προς τα δύο αυτά σημεία, με μόνα τα αναφερόμενα στοιχεία μπορούμε βασιμότατα να υποθέσομε, ότι το έθιμο γεννήθηκε από τους Έλληνες και εξαπλώθηκε στους γεωγραφικούς χώρους, που έχει διαβρώσει ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Εντούτοις μόνον εδώ, στην περιοχή δηλ. της δυτικής Κρήτης, υπήρξε ποιητής, που εμπνεύστηκε από το ομολογουμένως δύσκολο αυτό θέμα, και αυτός είναι ο ριζίτης ποιητής.

Μετά τις διευκρινίσεις αυτές χρειάζεται να δώσομε λίγες εξηγήσεις και να διαγράψομε και το περίγραμμα του θέματος μας. Στα Ριζίτικα ο μελετητής βρίσκει τέσσαρα τραγούδια, για τέσσαρα αντιστοίχως είδη γάμων μαζί με τον αποψινό, τον επικήδειο γάμο. Τον πολεμικό γάμο, που είναι ο πόλεμος, τον βαφτιστικό γάμο, που είναι η βάφτιση, τον θρησκευτικό γάμο, που όλοι γνωρίζομε και τον επικήδειο, για τον οποίο μιλήσαμε ήδη παραπάνω και ο οποίος και μόνο θα μας απασχολεί συνεχώς από δω και κάτω. Κρίνω μάλιστα σκόπιμο να σας προειδοποιήσω για μια παρουσίαση-αστραπή και πέμπτου είδους γάμου, που έγινε στον Κάτω κόσμο, μολονότι εκεί γάμοι δεν γίνονται. Κι έτσι, ενώ στα Λεξικά της ελληνικής γλώσσας ο γάμος παρουσιάζεται με μια βασικά, τη γνωστή, έννοια δηλ. τελετή και μυστήριο του γάμου και γαμήλιο συμπόσιο, στα Ριζίτικα παρουσιάζεται με πέντε έννοιες.

Η αποκλειστική όμως ενασχόληση με τον ΕΠΙΚΗΔΕΙΟ ΓΑΜΟ οφείλεται κυρίως σε δυο λόγους. Ο ένας είναι ότι το Ριζίτικο το αναφερόμενο στον επικήδειο γάμο είναι το πρώτο και πρώτη φορά ερχόμενο στο φως και ο άλλος, ότι ο χρόνος μιας διάλεξης, όσο κι αν αυτή είναι ενδιαφέρουσα, δεν επιτρέπει την συγκριτική αντιπαράθεση και των άλλων συγγενικών Ριζίτικων. Οφείλομε ακόμη να προσθέσομε, ότι ο κύριος άξονας και το κύριο και βασικό επίπεδο που θα κινηθεί και θα περιστραφεί η αποψινή μας διάλεξη θα είναι, έστω κι αν δεν θα φαίνεται πάντοτε, τα Ριζίτικα και ειδικά τα σχετικά με τους γάμους και με αναλυόμενο και προβαλλόμενο κέντρο το καινούργιο Ριζίτικο, που και σας παρακαλώ να ακούσετε από τον κ. Κουτουλάκη.

–          Παιδιά, κι ίντά ν’ οι μπαλλωτές κι οι χτύποι τω-ν-αρμάτω!

Παιδιά, λαγό ζυγώνουσι γη αγρίμι κυνηγούσι;

– Μουδέ λαγό ζυγώνουσι γη αγρίμι κυνηγούσι,

μον’κάνου γάμο στα Σελλιά και περιξεφαντώνου

και παίρν’ ο Χρίστος τη-ν-ξανθή.

Σπεύδω αμέσως να προλάβω μια μικρή σύγχυση, που μπορεί να δημιουργηθεί σ’ όσους ξέρουν ή μελετούν τα Ριζίτικά μας. Τη σπουδή μου αυτή την οφείλω στην προσωπική μου πείρα. Την έπαθα δηλ. κι ο ίδιος αυτή τη σύγχυση. Να μην παρασυρθεί κανείς, απ’ όσους είπα, και μπερδέψει αυτό εδώ, που δεν υπάρχει σε καμιά συλλογή δημοτικών τραγουδιών, μ’ ένα άλλο Ριζίτικο, που βρίσκεται σ’ όλες τις συλλογές των Ριζίτικων και γενικά των κρητικών δημοτικών τραγουδιών κι αρχίζει με το στίχο:

–          Παιδιά, κι ίντά ΄ν οι μπαλλωτές στσι σφακιανές Μαδάρες!

Ενώ στο αποψινό και καινούργιο η αρχή, όπως ακούσετε, είναι:

Παιδιά, κι ίντά ‘ν οι μπαλλωτές κι οι χτύποι τω-ν-αρμάτω!

όπου το δεύτερο ημιστίχιο «κι οι χτύποι τω-ν-αρμάτω!» είναι παρμένο από το στίχο

του Ερωτόκριτου:

μακρά γροικούνται οι κοπανιές κι οι χτύποι των αρμάτω.

Μια διευκρίνιση ακόμη νομίζω πως είναι απαραίτητη. Το αποψινό καινούργιο με το μοναδικό θέμα τελειώνει με ένα επιπλέον καινούργιο και μοναδικό, το κατεξοχήν καινούργιο και μοναδικό, ημιστίχιο:

παίρν’ ο Χρίστος τη-ν-ξαθή.

Ολοκληρωτική θα είναι νομίζω η αποφυγή κάθε σύγχυσης, εάν προστεθεί, ότι το παλιό, που θέλομε και πρέπει να ξεχωρίσομε από το καινούργιο, αναφέρεται στον πολεμικό γάμο, ανήκει στα ιστορικά, αν και δεν είναι ομοιοκατάληκτο, δηλ. ρίμα, και μολονότι δεν περιέχει κανένα στοιχείο χρόνου ούτε προσώπου, και είναι κατά ένα αιώνα περίπου παλαιότερο από το καινούργιο. Είμαι όμως σίγουρος, πως το παλιό αυτό υπήρξε το φραστικό και μουσικό καλούπι του καινούργιου. Ουσιαστικά ο ριζίτης ποιητής του καινούργιου με την προσθήκη δύο και μόνων ονομάτων, «Χρίστος» και «ξαθή», κατόρθωσε κάτι το μέγα: Να μας μετεωρίσει στον δυναμικό κόσμο της επικής Ποίησης και να μας βυθίσει στο ατέρμον χάος του ομαδικού ασυνειδήτου του κρητικού, αλλά και συλλήβδην του ελληνικού λαού.

Κι έτσι μπαίνομε στα χωρικά ύδατα του θέματος μας. Εάν κοιτάξομε το φραστικά απλούστατο και λακωνικότατο νέο ριζίτικο, και μάλιστα χωρίς να είχαμε ακούσει όσα ως τώρα σχετικά μ’ αυτό έχομε ακούσει, το κοινώς λεγόμενο, θα πούμε, πως «δεν τρέχει τίποτα». θα πούμε, πως γίνεται «γάμος στα Σελλιά» -ποια όμως από τα τρία Σελλιά της Δυτικής Κρήτης;-, ότι ο κόσμος χαλά από «τσι μπαλλωτές και τσι χτύπους τω-ν-αρμάτω», διότι, ως φαίνεται, κάποιος ασυνήθιστος κι όπως θα δούμε και περίεργος γαμπρός παντρεύεται, ο Χρίστος, και ότι παίρνει μια ξανθή. Το πολύ να διερωτηθούμε, αν η «ξαθή» είναι ξανθή στην πραγματικότητα ή είναι Ξανθή στο όνομα μόνο και να υποθέσομε, αν συμβαίνει το πρώτο, πως θά ‘ταν ωραία, αφού ήταν ξανθή, και με το δίκιο μας.

Κι όμως δεν είν’ έτσι. Καθόλου έτσι μάλιστα. Γίνεται κηδεία στα Σελλιά -και τώρα είναι η ώρα να διευκρινίσομε, πως πρόκειται για τα Σελλιά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου- και κηδεύεται ο Χρίστος. Όταν για πρώτη φορά άκουσα το θαυμαστό αυτό ριζίτικο, περιήλθα σε μεγάλη αμηχανία. Πρώτα-πρώτα γιατί αμέσως το μπέρδεψα με ‘κείνο, που λίγο πριν ξεχωρίσαμε, και ύστερα, γιατί ποτέ ως τότε, όπως και ως τώρα, δεν έτυχε να βρεθώ σε κηδεία άγαμου νέου ή νέας, ώστε να θυμηθώ ζωηρά τα έθιμα, που ονόμασα παραπάνω επικήδειο γάμο, καθώς συνηθίζω να αποφεύγω τις κηδείες, ενώ μου αρέσουν οι γάμοι! Ήξερα όμως, ότι ο Χρίστος είχε σκοτωθεί σε συμπλοκή, όπως και ορισμένες χαρακτηριστικές, αλλά και απόλυτα απαραίτητες, λεπτομέρειες του τοπικού ιστορικοκοινωνικού πλαισίου του τραγουδιού, όπως και της ζωής του Χρίστου. Μια απ’ αυτές, ίσως συγκλονιστική, είναι και ότι ο Χρίστος, όταν σκοτώθηκε, ήταν όχι μόνο ένα ωραιόπλουμο παλληκάρι είκοσι περίπου χρόνων, αλλά και αρραβωνιασμένος. Και ότι η αρραβωνιαστικιά του ήταν ψηλή και λεπτή, με άσπρο δέρμα και γαλανά μάτια και επομένως και κατά πάσαν πιθανότητα και με ξανθά μαλλιά. Διερωτόμουνα λοιπόν για καιρό: Τι εννοεί ο ποιητής με τη λέξη «γάμο», αφού για πραγματικό γάμο δεν επρόκειτο. Θα εννοεί ίσως την έξαλλη εκδήλωση της έξαλλης λύπης, τους θρήνους και τους οδυρμούς και τα μοιρολόγια, που μπορεί ο καθένας να φανταστεί και από τα οποία ο Θεός να φυλάει.

Είναι όμως δυνατόν αυτό μόνο να ήθελε να πει ο ριζίτης ποιητής; Ιδιαίτερα, από τις ομηρικές μελέτες, γνωρίζομε τι σημαίνει «πεδίον λύπης» και πως αυτή εκδηλώνεται και ας θυμηθούμε σχετικά τις εκδηλώσεις λύπης του Αχιλλέα για το θάνατο του Πατρόκλου. Αλλά στην περίπτωση μας τα συμπεράσματα αυτών των μελετών έριχναν ανεπαρκέστατο φως στο δικό μας επικό, αν και ολιγόλεξο ποίημα. Μήπως πάλι με το γάμο εννοούσε ο ποιητής την κηδεία; Βέβαια εννοούσε και την κηδεία που στενά συνάπτεται με την μεγάλη και εκτεταμένη λύπη. Αλλά τότε, πώς βάζει και νύφη; Τη θάβει κι αυτήν; Έπειτα -συνέχιζα να διερωτώμαι- αν είναι δυνατόν πρώτα-πρώτα ο ποιητής, έστω να παντρεύει ένα σκοτωμένο απάντρευτο, είναι όμως δυνατόν να του βάζει για «νύφη» και γυναίκα, ξανθή μάλιστα, όπως θά ‘ταν και η αρραβωνιαστικιά του; Μα αυτό δα θά ‘ταν ανήκουστο! Διότι γνωρίζομε, ότι υπάρχουν τελούμενα πολλά και ισχυρά έθιμα αποτρεπτικά εις το να πάρει κι άλλον μαζί του, όποιος φεύγει για τον άλλο κόσμο.

Επίστευα και πιστεύω απόλυτα, ότι ο λαός, ο γνήσιος και αδιάφθορος λαός, είναι όχι απλώς κάτοχος αλλά διακάτοχος της θείας και της μαγικής σοφίας και ότι ο λαϊκός ποιητής εκπνευματώνει και συμπυκνώνει τη σοφία αυτή. Γι’ αυτό και είναι αλάνθαστος. Γι’ αυτό και ούτε ένα νι (ν) περισσότερο ή λιγότερο δεν βρίσκομε στις δημιουργίες του. Τα πάντα σ’ αυτές είναι βαριά και ακριβοζυγιασμένα. Άρα λοιπόν ο ποιητής -σκεφτόμουνα- πρέπει να ξέρει τί λέει, και πολύ καλά μάλιστα, εγώ είμαι αυτός που δεν μπορεί, αλλά έχει χρέος να καταλάβει. Σα να μου έλεγε ο ποιητής, κρυμμένος πίσω από το ποίημα του: Εγώ ο αγράμματος ξέρω, τι λέω, και συ, κύριε εγγράμματε, προσπάθησε να καταλάβεις!

Έτσι, και ύστερα από τους προβληματισμούς αυτούς, ξεκίνησε η προσπάθεια της ερμηνείας και κατανόησης του τραγουδιού, που μας απασχολεί απόψε, και κράτησε μάλλον χρόνια, καθώς η διοίκηση σήμερα στα σχολεία με τα πολλαπλά και δύσκολα προβλήματα της αφήνει πολύ λίγο καιρό για δύσκολη και σοβαρή έρευνα. Την πορεία αυτής της έρευνας, που συμπίπτει με την πορεία της κατανόησης του νέου Ριζίτικου, θα σας παρακαλούσα να επαναλάβομε μαζί, σύντομα βέβαια και συνοπτικά, αρχίζοντας από το τοπικό ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο του τραγουδιού και με το Χρίστο ως κέντρο. Εξάλλου χωρίς τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί νομίζω να κατανοηθεί πλήρως και επαρκώς κανένα σχεδόν Ριζίτικο.

Στα Σελλιά λοιπόν του Αγίου Βασιλείου, στα ρεθεμνιώτικα Σελλιά, βρισκόμαστε και στο 1877, έστω κι αν πέφτομε έξω ένα το πολύ χρόνο. Την εποχή εκείνη είχε ήδη συγκροτηθεί η «ΕΝΩΣΙΣ ΑΪΒΑΣΙΛΕΙΩΤΩΝ», ένα είδος επαναστατικοαστυνομικού σωματείου με κύριο στόχο την πάταξη της ζωοκλοπής. Την εποχή εκείνη, ύστερα από τις αλλεπάλληλες προηγούμενες επαναστάσεις, η κλοπή δεν ήταν πράξη μόνο παλληκαριάς και ιπποτισμού, αλλά και όρος επιβιώσεως. Ύστερα από κάθε επανάσταση η Κρήτη γινότανε πιο φτωχή, απ’ ό,τι ήτανε, και η κλοπή εντατικότερη, απ’ ό,τι προηγουμένως γινότανε. Κι εδώ που τα λέμε οι Σφακιανοί ήταν η φοβερότερη μάστιγα, ιδίως ήδη μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, οπότε τα Σφακιά έπαθαν τρομερές καταστροφές. Είναι ευνόητο πως στην «ΕΝΩΣΙΝ ΑΪΒΑΣΙΑΕΙΩΤΩΝ» συμμετείχαν τα δυναμικότερα αλλά και εντιμότερα στοιχεία της επαρχίας. Ένα απ’ αυτά ήταν και ο Χρίστος παρά την νεανικότητα της ηλικίας του. Ας προσθέσω από τώρα, πράγμα που έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορέσω να αποφύγω, ότι το επώνυμο του Χρίστου ήταν Μακρής. Ήταν και συνεπώνυμός μου.

Κάποια μέρα λοιπόν του 1877, όπως είπαμε, ένας σφακιανός ληστής, ο Κατσουλός, έκλεψε πρόβατα από τα Σελλιά και τα οδηγούσε νοτιοανατολικά με κατεύθυνση το γνωστό σε πολλούς Πλακιά. Χτύπησαν οι καμπάνες συναγερμό και τέσσαρα παλληκάρια όρμησαν προς τον Πλακιά, για να σώσουν τα κλεμμένα πρόβατα, κι ανάμεσα τους κι ο Χρίστος. Μετά από τον ποταμό, που περνά από του Κοτσυφού το φαράγγι και χύνεται στον κόλπο του Πλακιά ανάμεσα στον παλιό συνοικισμό και τον καινούργιο, που αποτελεί επέκταση του παλιού ανατολικά, υπάρχει ένα μικρό ρυάκι, του Κατσουλού το ρυάκι. Σήμερα είναι σκεπασμένο με μπετά, καθώς έχει καλυφθεί ο χώρος από ξενοδοχειακά συγκροτήματα, και μόνο το στόμιο του φαίνεται από την αμμουδιά και από τη θάλασσα.

Στου Κατσουλού το ρυάκι λοιπόν πρόφτασαν τα παλληκάρια τον Κατσουλό με τα κλεμμένα πρόβατα. Ο Χρίστος προπορευότανε, πανύψηλος και ορμητικός, κι ως φαίνεται τρόμαξε ο Κατσουλός. Πριν από μικρό χρονικό διάστημα ένας άλλος Σελλιανός, πρώτος ανιψιός του Χρίστου αλλά συνομήλικος του, ο Μακρής ο Νικολής, και μέλος επίσης και της «ΕΝΩΣΕΩΣ ΑΪΒΑΣΙΛΕΙΩΤΩΝ», είχε συναντήσει τον Κατσουλό ανατολικότερα, έξω από το χωριό Κεραμέ. Στη συνάντηση αυτή ο Κατσουλός είχε μαζί του δυο «ζευτικές», δηλ. αγελάδες, κι ο Μακρής ο Νικολής ο ανιψιός, έλεγξε τον Κατσουλό για την προέλευση των αγελάδων, απαιτώντας την άμεση επιστροφή των στον κάτοχό των στα Κεραμέ. Ο Κατσουλός αρνήθηκε και οι δυο άνδρες ύστερα από σύντομη λογομαχία πιάστηκαν στα χέρια. Ο Μακρυδονικολής αφόπλισε τον Κατσουλό και οδήγησε τις αγελάδες στα Κεραμέ. Ο ληστής λοιπόν στη ληστεία των προβάτων μόλις είδε πίσω του τους διώκτες του και μπροστά-μπροστά τον Χρίστο ήταν επόμενο να θυμηθεί την τύχη της ληστείας των αγελάδων και ασφαλώς θα φοβήθηκε το Χρίστο. Πυροβολεί εναντίον του κι ο Χρίστος πέφτει κάτω νεκρός, όπως θά ‘λέγε ο Όμηρος, «μέγας μεγαλωστί». Στιγμιαία τά ‘χασαν οι σύντροφοι του Χρίστου κι ίσως κι ο φονιάς. Ίσως όμως ο φονιάς και ληστής να κοντοστάθηκε για να δει, μήπως οι άλλοι φύγουν και τον αφήσουν ήσυχο. Στον στιγμιαίο αυτό χρόνο ένας από την παρέα του Χρίστου, ο Γύπαρης ο Μανόλης, που είχε διακριθεί για την ανδρεία του στις μάχες του Περυσινακιού και των Σελλιών το 1867, με καρδίαν λέοντος και ταχυκινησίαν αίλουρου σαλτάρει σαν αστραπή κατά του Κατσουλού και σφάζει τον Κατσουλό «απού το-ν-καφά», γιατί έτσι είναι βασανιστικότερος ο θάνατος, πριν προλάβει να ξαναγεμίσει το όπλο του.

Η συνέχεια των γεγονότων ήταν ραγδαία, άγρια και συγκλονιστική, όπως και ήταν επόμενο να συμβεί ανάμεσα σε ανθρώπους κυριαρχούμενους από ακόρεστη τάση επιβολής και αναγνώρισης και από πρωτογονικό δυναμισμό. Οι Σελλιανοί δεν αρκέστηκαν στην εκδίκηση του σκοτωμού του Χρίστου. Έθαψαν κάπου εκεί το Σφακιανό, χωρίς να επιτρέψουν σε παπά να του «διαβάσει» κηδεία. Το ξέρομε αυτό από μια μαντινάδα, που μου παράδωσε ο συνταξιούχος δικηγόρος από το Σπήλι κ. Καλογρίδης, του οποίου ο πατέρας ήταν σημαίνον στέλεχος της «ΕΝΩΣΕΩΣ ΑΪΒΑΣΙΛΕΙΩΤΩΝ». Σας την διαβάζω:

«Εις του Μακρή, εις τα Σελλιά, εκάμασι ένα λάκκο

κι εθάψασι-ν-το Σφακιανό χωρίς παπά και διάκο».

Ίσως βέβαια η μαντινάδα να είναι δίστιχο απόσπασμα από ιστορική ρίμα, που χάθηκε, ίσως όμως νά ‘ναι και μαντινάδα. Σημασία όμως έχει για μας η πράξη. Οι Σελλιανοί έπραξαν έτσι όχι μόνο γιατί δεν μπορούσαν να χορτάσουν εκδίκηση, αλλά γιατί, πράττοντας έτσι, πετύχαιναν αιώνια εκδίκηση. Γιατί ήξεραν, ότι, αν αδιάβαστος παραδοθεί στη γη ο φονιάς, τότε, δεν θά ‘ταν δυνατόν να βρει ποτέ η ψυχή του ησυχία στον άλλο κόσμο. Αλλά και ούτε ν’ αφήσει ήσυχους τους δικούς του σ’ αυτόν τον κόσμο, αφού δεν τον έθαψαν, όπως είχαν υποχρέωση. Σημειώσαμε ήδη, ότι ο λαός είναι διακάτοχος της θείας και της μαγικής σοφίας, όπως ακριβώς ο αληθινά και μόνο μεγάλος ποιητής. Και πραγματικά ο λαός ήξερε τι έκανε, γνώση που από χιλιάδες χρόνια κατείχε. Και παρόμοια με τη γνώση αυτή, που μας διδάσκουν με την πράξη των οι Σελλιανοί, μας έχει διδάξει πριν χιλιάδες χρόνια, ποιος; ο Όμηρος. Θυμηθείτε τι συνέβη μια νύχτα του Τρωικού πολέμου στη σκηνή του Αχιλλέα, όταν ο Πάτροκλος είχε μείνει στην πεδιάδα της Τροίας νεκρός και άταφος. Μπαίνει στη σκηνή η ψυχή του Πατρόκλου, την ώρα που κοιμότανε ο Αχιλλέας, και με το σοφό και μαγικό τρικ του ονείρου λέει στον Αχιλλέα με δραματική απόγνωση ανάμεσα σ’ άλλα κι αυτά εδώ:

Θάπτε με όττι τάχιστα, πύλαςΑΐδαο περήσω

τήλέ με είργουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων,

ουδέ μέ πω μίσγεσθαι υπέρ ποταμοίο εώσιν,

αλλ’ αύτως αλάλημαι αν’ ευρυπυλές Άϊδος δω.

Κι επειδή θα συμφωνείτε, ότι χρήσιμη θα είναι και η μετάφραση την παραθέτω αμέσως, όπως την αποδίδει ο Πολυλάς:

Θάψε μ’ ευθύς να διαβώ του Άδη τον πυλώνα

μακράν με διώχνουν οι ψυχές, σκιές αναπαυμένων,

να μη διαβώ τον ποταμόν και απόμερα τες σμίξω,

κι εμπρός στες πύλες τες πλατειές του Άδη παραδέρνω.

Και όμως θα μπορούσε να μου πει κανείς: Όπως μας τα λες, ίσως μας εκπλήσσεις, αλλά και μας αναστατώνεις και μας φέρνεις σε δύσκολη θέση. Είμαστε δηλ. βάρβαροι εμείς οι Κρητικοί ή τουλάχιστο οι Δυτικοκρητικοί; Ή μήπως είστε βάρβαροι μόνον εσείς οι Σελλιανοί; Γιατί αρχίζω να υποψιάζομαι ή ξέρω, ότι και συ, που μας τα λες αυτά, είσαι Σελλιανός. Ή μήπως πας «να μας ρίξεις» και προσπαθείς να δικαιολογήσεις τη βαρβαρότητα που εκδηλώθηκε εναντίον ενός σκοτωμένου; Όπως είπε και ο Σοφοκλής, «τις αλκή τον θανόντα επικτανείν;«; Ποια ανδρεία να σκοτώσεις κι από πάνω τον σκοτωμένο; Αγαπητέ μου φίλε, θα του απαντούσα: Όχι. Τίποτε απ’ αυτά. Απλώς είμαστε λαός επικός. Και μην αμφιβάλλεις, ότι είμαστε πιο πολιτισμένος επικός λαός από τον επικό κόσμο του Ομήρου. Και την απόδειξη την ξέρεις, αγαπητέ μου φίλε. Αρκεί να θυμηθείς δηλ. τα όσα αξίωσε ο Αχιλλέας στο σώμα του Έκτορα, αφού τον σκότωσε. Όπως είπε και ο JEAN CHRBONAUX, «LES VICES SONT L’OMBRE FIDELE DES VERTUS». Τα ελαττώματα είναι η πιστή σκιά των αρετών. Επικά τα ελαττώματα, επικά και τα προτερήματα. Κι αυτά, και τα μεν και τα δε, εκπνευματώνει και συμπυκνώνει ο γνήσιος λαϊκός ποιητής, όπως είπαμε. Μ’ άλλα λόγια τα κάνει στίχους επικούς φυσικά. Η μαντινάδα, αν είναι μαντινάδα, δεν πιστεύω τώρα πια να αμφιβάλλει κανείς, ότι είναι φορτισμένη από επική ουσία. Συνεπώς και ο ήρωας της έχει επικό χαρακτήρα. Ενσαρκώνει, σύμφωνα με όσα είπαμε ως τώρα, το ιδανικό της δικαιοσύνης και επομένως του προστάτη και εκδικητή των αδύνατων και των αδικούμενων, το ιδανικό της παλληκαριάς, τόσο καίριο και αποφασιστικό για ένα επαναστατημένο λαό, το τόσο ποθητό από το λαό ιδανικό της μόρφωσης, γιατί είχε φοιτήσει σε Ελληνικό Σχολείο, το ιδανικό της ομορφιάς, και πάν’ απ’ όλα το ιδανικό του έρωτα, που τότε ήταν ισχυρότερα από τώρα συνδεδεμένο με τη διαιώνιση της ζωής. Τόσο και τέτοιο ήταν το κύρος του σκοτωμένου παλληκαριού, ώστε, λίγες ώρες μόνο μετά το φόνο του, άρχισαν να συρρέουν τα μέλη της «Ενώσεως Αϊβασιλειωτών», όχι χωρίς συνοδεία, στα Σελλιά και ένοπλα, από το Ροδάκινο έως και από τις Μέλαμπες και την Αγία Γαλήνη. Την ώρα της κηδείας του, και μαζί με τους Σελλιανούς οπλοφόρους, σε εκατοντάδες έφταναν οι ένοπλοι. Αν κανείς σκεφτεί το πλήθος αυτών των ενόπλων και μαζί και τους τιμητικούς και συνάμα και απειλητικούς πυροβολισμούς, που οι ένοπλοι αυτοί έριξαν την ώρα που κατέβαζαν τον Χρίστο στον τάφο, καταλαβαίνει αμέσως, ότι η κηδεία αυτή είχε και έκδηλο πολεμικό χαρακτήρα. Αλλά για να συγκροτήσομε πληρέστερα το επικό ψυχολογικό πεδίον λύπης, κέντρο του οποίου ήταν ο Χρίστος, πρέπει απαραίτητα να προσθέσομε και δύο ακόμη στοιχεία. Πρώτο: Ο ήρωας μας ήταν ο έβδομος μιας σειράς εφτά αρσενικών αδελφών, απ’ τους οποίους όλοι είχαν σκοτωθεί σε διάφορες μικρές ή μεγαλύτερες συγκρούσεις -κανείς από VENDETTA- κι απ’ αυτούς ένας μόνο είχε προλάβει να αφήσει στον κόσμο τρία αρσενικά παιδιά. Και τώρα ο Χρίστος, έβδομος αυτός, είχε την ίδια τύχη, και ενώ, όπως μπορούμε να φανταστούμε άνετα, ετοίμαζε το γάμο του. Σύμφωνα με το νόμο της Ψυχολογίας, που λέγεται μεταβίβαση του συναισθηματικού τόνου τα έξι πένθη για τους έξι προηγούμενους σκοτωμένους αδελφούς αναβίωσαν, όπως ήταν φυσικό, κι έγιναν ένα με το έβδομο πένθος, για το Χρίστο. Και οι πέντε λύπες για τους πέντε από τους έξι, που σκοτώθηκαν χωρίς να προλάβουν καν να παντρευτούν, αναβίωσαν επίσης και ενώθηκαν με την περίπτωση του Χρίστου, κι όπως ο καθένας καταλαβαίνει με ιδιαίτερα τραγική ένταση. Αμφιβάλλω, αν σε γένη των τραγικών ποιητών μπορεί κανείς να συναντήσει τέτοια κατάρα. Δεύτερο: Είπαμε, πως ο Χρίστος ήταν αρραβωνιασμένος. Η αρραβωνιαστικιά ήταν ορφανή, όπως κι ο αρραβωνιαστικός. Αν θυμηθεί κανείς τα σκληρά έθιμα της κοινωνίας της Κρήτης, όπως ήταν πριν ένα αιώνα και περισσότερο, και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία εκείνη, δεν χρειάζεται να πολυσκουτουριαστεί για να καταλάβει, πόσο τραγική ήταν η θέση της ορφανής αρραβωνιαστικιάς, πού ‘μενε σ’ αυτόν τον κόσμο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να ξαναβρεί ή μάλλον να την ξαναζητήσει άντρας. Ήταν για το λαό και επομένως και για τον ποιητή μια ζωντανή νεκρή.

Όλα τα παραπάνω δεδομένα αντιχτυπούσαν στην ψυχή του ποιητή. Και όμως δεν τα μεταμόρφωσε σε ιστορική ρίμα, έστω επική και θρηνητική. Αλλά και με τα δεδομένα αυτά έχομε κι εμείς ήδη τις πρώτες προσβάσεις για την κατανόηση του θέματος του τραγουδιού και μπορούμε να πούμε, πως ήδη αρχίζομε να το πολιορκούμε στενά, για να το κατανοήσομε, υπακούοντας στη μυστική βουβή παρακίνηση, που μας άφησε μαζί με το τραγούδι του ο ποιητής. Και ας θέσομε αμέσως στο στόχαστρο των όπλων μας το στόχο της προσπάθειας μας. Ο στόχος αυτός είναι τρεις λέξεις: Γάμος, Χρίστος, ο γαμπρός, και «ξαθή», η νύφη. Και επειδή ο γάμος αναλύεται σε γαμπρό και νύφη, αλλά και το άθροισμα γαμπρού και νύφης συναποτελούν σαν μαθηματική εξίσωση πλέον το γάμο, σας ζητώ να δεχτείτε να αρχίσομε από το γάμο με σκοπό την εκπόρθηση του.

Και γνωρίζομε ήδη, ότι γάμος σημαίνει, εκτός από το θρησκευτικοκοινωνικό γάμο, πόλεμος, όπως σημαίνει και βάφτιση, αλλά και αυτό, που ονομάσαμε επικήδειο γάμο, αλλά το ζητούμενον εδώ είναι, αν γάμος σημαίνει κηδεία, διότι στην πράξη κηδεία γινότανε και μάλιστα κηδεία πολεμική.

Ο ίδιος ο ποιητής, ο σοφός ανώνυμος ποιητής, μας αποκλείει, ενώ περιέχει, αυτή την έν­νοια, δηλ. γάμος ίσον κηδεία, προσθέτοντας, όπως είπαμε ήδη πιο πάνω, στο ποιητικό του καλούπι το ημιστίχιο «και παίρν’ ο Χρίστος τη-ν-ξαθή». Κι όμως εγώ, ο τάχα ερευνητής, επηρεασμένος από την επιστημονική μέθοδο, ετόλμησα να δυσπιστήσω στον ποιητή. Έτσι έγινε μια κοπιωδέστατη πορεία. Ερευνήθηκε όλη η Ελληνική Γραμματεία, από τον Όμηρο συμπεριλαμβανόμενο μέχρι τους σημερινούς τεχνίτες του Λόγου. Και ιδιαίτερα η Δημοτική Ποίηση, όλη όση έχει περισωθεί, απ’ όση έχει δημιουργηθεί, από πριν και πριν από το 1.000 μετά Χριστόν φυσικά, μέχρι και σήμερα και από τον Ευφράτη ποταμό μέχρι και την Κορσική ως προς τη γεωγραφική έκταση. Και, επειδή μόνος του ένας άνθρωπος και μάλιστα εργαζόμενος δεν μπορούσε να κάνει αυτή την έρευνα, ζητήθηκε η βοήθεια των ειδικών πολλών συγγενικών ειδικοτήτων, για να ελεγχθεί, αν υπάρχει ή όχι η λέξη γάμος με την έννοια της κηδείας. Διαπιστώθηκε, πως δεν υπάρχει πουθενά η λέξη γάμος με την έννοια της κηδείας. Άρα στο τραγούδι μας γάμος σημαίνει γάμος, όχι του πολέμου, όχι της βάφτισης, όχι δύο ετερόφυλων για τη διαιώνιση της ζωής, αλλά γάμος του άγαμου νεκρού. Έγινε όμως και δεύτερη διαπίστωση, η καίρια και σημαντική. Ότι το αποψινό μας τραγούδι είναι μέχρι σήμερα σ’ όλη την ελληνική δημοτική ποίηση και σε βάθος χρόνου και σε έκταση τόπου, όπως είπαμε λίγο πριν, το… μοναδικό. Ενώ στη λόγια Ποίηση δεν υπάρχει κανένα με το θέμα αυτό. Όχι μόνο στην ελληνική, αλλά τουλάχιστο και στη γαλλική και την πολωνική. Αλλά και δεν είναι δυνατό να υπάρχει το θέμα αυτό, όπου δεν υπάρχει το αντίστοιχο έθιμο αλλά και ο αντίστοιχος ιστορικός λαός, για να εμπνεύσει το ανάλογο ποίημα. Η προσπάθεια για τις διαπιστώσεις αυτές, πρέπει να το πω, ήταν κοπιωδέστατη, γιατί πλήθος είναι οι συγγενικότατες διατυπώσεις και στη δημοτική και τη λόγια Ποίηση.

Από τις συγγενικότατες αυτές διατυπώσεις, έξω από τις πασίγνωστες και γενικές, δηλ. και έξω από την Κρήτη, όπως: «παίρνει το Χάρο άντρα» χ\ «τη-ν-πλάκα πήρα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα «διαλέγω μια, άγραφη και αδημοσίευτη, επομένως και προερχόμενη όχι από τη λόγια Ποίηση, αλλά από τη δημοτική. Και επειδή η αποψινή ομιλία μας επιθυμώ να κινείται στα πλαίσια του ριζίτικου τραγουδιού, δηλ. στα δυτικοκρητικά γεωγραφικά πλαίσια, αλλά και επειδή φιλοδοξώ -και παρακαλώ να με συγχωρήσετε για τη φιλοδοξία μου αυτή- να μην έχει η ομιλία μας, αν είναι δυνατόν, καμιά κοινοτυπία, αλλά απ’ αρχής μέχρι τέλους να στηρίζεται σε νέα στοιχεία και νέους συλλογισμούς, σας παρουσιάζω μια διατύπωση, που προέρχεται από την επαρχία Αγ. Βασιλείου και που στις υπάρχουσες συλλογές Δημοτικών τραγουδιών και ιδιαίτερα βέβαια των Ριζίτικων, απ’ ό,τι ξέρω τουλάχιστο, δεν υπάρχει και ελπίζω κανείς να μην την έχει ξανακούσει. Παρακαλώ λοιπόν τον κ. Κουτουλάκη για το χατήρι όλων μας να κάνει άλλο ένα κόπο:

Στο-ν-Άδη γάμο κάνουσι-ν-οι-γι-Αγιοβασιλειώτες·

καλιούνε το Σαββόπωλο, το-ν-Τζουδερομιχάλη,

καλιούνε κι άλλους αρχηγούς, καλιού-ν-το Διογένη.

Στο επίσης άγνωστο και αδημοσίευτο αυτό ριζίτικο και επίσης αγιοβασιλειώτικο ο ριζίτης ποιητής μιλάει για γάμο. Για ποιου είδους γάμο όμως πρόκειται; Δεν μπορούμε απόψε ν’ απασχοληθούμε μ’ αυτόν. Πρόκειται όχι βέβαια για ένα από τα τέσσαρα προηγούμενα είδη γάμων. Έχομε μια πέμπτη έννοια της λέξης γάμος μετά τις τέσσερις έννοιες της ίδιας λέξης, που γνωρίσαμε στην αρχή. Στον Άδη, ξέρει καλά ο λαός, πως γάμοι δεν γίνονται. Εκεί είναι όλα μαύρα κι άραχνα και φριχτά, όπως μας διδάσκει ο κατεξοχήν εκφραστής του, ο ριζίτης ποιητής, με τα γνωστότατα ριζίτικα, που αποδίδουν την κατάσταση του Κάτω κόσμου.

Αφού λοιπόν, ας πούμε ότι ξεμπλέξαμε περίπου από τα μπερδέματα τόσων πολλών γάμων, που βρίσκονται μόνο στα Ριζίτικα, αλλά και των συγγενικών διατυπώσεων, ας ξεκαθαρίσομε και ας αναλύσομε τον αποψινό «γάμο» του σκοτωμένου Χρίστου. Έχει γίνει νομίζω σαφέστατο, πως πρόκειται για κηδεία, της οποίας μέρος είναι γαμήλια έθιμα δίπλα στα επικήδεια και τα ταφικά. Εντούτοις στο τραγούδι μας ο ποιητής για γάμο μιλάει, και, αφού είναι έτσι, ο γάμος του Χρίστου κυριαρχεί στο συναισθηματικό και ιδεολογικό κόσμο του ποιητή. Όπως θα δούμε όμως και η εγκαταλειπόμενη αρραβωνιαστικιά του σ’ αυτό τον κόσμο, μια ζωντανή νεκρή πλέον αυτού του κόσμου, όπως είπαμε, έκανε άλλη μια φορά αναγκαίο τον επικήδειο γάμο του Χρίστου. Διαφορετικά ο ποιητής, όπως είχε την τόλμη ν’ αλλάξει τον πρώτο στίχο του αρχικού φραστικού του μοτίβου και να εξαφανίσει τις σφακιανές Μαδάρες, ένα στοιχείο δηλ. που δεν έστεκε να συνυπάρχει στη γεωγραφική λογική του γεγονότος του, το ίδιο κι απαράλλαχτα θ’ άλλασσε και τον τέταρτο στίχο, διαμορφώνοντας τον έτσι, ώστε να φαίνεται πως πρόκειται για την κηδεία του Χρίστου. Κι ίσως θα συνέχιζε να τραγουδούσε την ομορφιά του και την παλληκαριά του, χωρίς κίνδυνο ν’ απομακρυνθεί από το κοινό αίσθημα, την άτυχη αρραβωνιαστικιά του, τον πόνο της μάνας του το μεγάλο, το πένθος και την ταραχή που επικράτησε στο χωριό του και στην επαρχία του Άϊ Βασίλη, θά ‘λεγε για τους συντρόφους του, στοιχεία, που μπορούμε να εικάσομε και από άλλα τραγούδια, και οπωσδήποτε για την άγρια εκδίκηση των.

Ο ποιητής όμως δεν έδωσε το περιεχόμενο, που θά ‘ταν για μας ίσως πιο ενδιαφέρον και προ παντός πιο απλό, πιο κοινό και άμεσα αντιληπτό, αλλά προτίμησε να εξάρει και να εκφράσει το «γάμο» του. Όπως ελπίζω θα φανεί, ο γάμος αυτός ήταν τόσο κυριαρχικός, τότε, στην ψυχή του ποιητή και επομένως και του λαού, ώστε εκτόπισε όλα τ’ άλλα απ’ αυτήν. Κι ας μη ξεχνούμε, πως τα Ριζίτικα είναι εξίσου τραγούδια της ομάδας, δηλ. ομαδικά, όπως είναι και τραγούδια αρσενικά.

Είναι δηλ. έξω από κάθε αμφιβολία, πως για το λαό είναι αδιανόητο ο άνθρωπος να είναι άγαμος και επομένως να «φύγει» για τον άλλο κόσμο άγαμος, ο νέος ιδιαίτερα. Θά ‘ταν και δικό του ιδανικό και πόθος διακαής, που δεν πραγματοποιήθηκε και που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί. Και επομένως επιβεβλημένο χρέος να γίνει ο «γάμος» πριν από την «αναχώρηση». Όπως δηλ. δεν πρέπει να «φύγει» αβάπτιστο το νήπιο, που πεθαίνει, γιατί θά ‘ναι χωρίς πνευματική και θρησκευτική ταυτότητα στον άλλο κόσμο και επομένως απαράδεκτο σ’ αυτόν, οπότε και γίνεται «τελώνι», έτσι και ο νεκρός νέος ιδιαίτερα αλλά και γενικά ο άγαμος άνθρωπος δεν πρέπει να ταφεί άγαμος, διότι τότε δεν έκαμε αυτό που είναι «ο προορισμός τον ανθρώπου», όπως λέει ομόφωνα ο λαός. Ο γάμος γίνεται σ’ αυτόν τον κόσμο και γι’ αυτόν τον κόσμο. Εδώ είναι που «ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον». Και κανείς δεν πρέπει ν’ απειθήσει στη θεία εντολή. Σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο και γι’ αυτόν γίνεται κάθε γάμος. Γάμοι στον άλλο κόσμο δεν γίνονται. Ξέρομε πόσο φριχτή εικόνα και ιδέα έχει ο λαός από τον Όμηρο συμπεριλαμβανόμενο μέχρι και το λαϊκό ποιητή και ιδιαίτερα το ριζίτη για τον Άδη. Πώς να γίνει γάμος σε τέτοιο καταραμένο τόπο;

Ξέρομε ότι στη σκληρή και αυστηρότατα πατριαρχική κοινωνία, δηλ. την απόλυτα ανδροκρατούμενη ή αλλιώς αρσενικοκρατούμενη κοινωνία, η οποία αντανακλάται στα Ριζίτικα, ο πατέρας-γενάρχης αυτός παντρεύει και αυτός καλεί. Η παρουσία του κυριαρχεί παντού και πλημμυρίζει τα πάντα σε τέτοιο βαθμό, ώστε στα τραγούδια του θρησκευτικοκοινωνικού γάμου ούτε γαμπρός αναφέρεται ούτε νύφη. Και το τολμηρότερο: ούτε Θεός. Αν στο δικό μας τραγούδι και στο δικό μας γάμο ο ποιητής αντιστρέφει ορισμένα στοιχεία, αν δηλ. εξαφανίζει τον πατέρα-γενάρχη και μαζί και την κάλεσή του, ενώ αναφέρει και το γαμπρό και τη νύφη, έχει ισχυρούς λόγους για να αντιμετωπίσει έτσι το γάμο, που σπαράσσει την καρδιά του. Ξέρομε όμως ένα πράγμα με απόλυτη βεβαιότητα. Όπως στο θρησκευτικό γάμο ο πατριάρχης-γενάρχης με τους «εδικούς» μαζί του τακτοποιεί όλα όσα είναι σχετικά με το γάμο αυτό, το ίδιο πρόσωπο και με τους ίδιους «εδικούς» και στον επικήδειο γάμο και με τους ανάλογους τρόπους τακτοποιεί και όλα όσα επιβάλλονται και για το γάμο ετούτο. Μέγα είναι το χρέος του πατέρα και ύστερα και του ηθικά συνυπεύθυνου συντέκνου για το γάμο του παιδιού των.

Το χρέος λοιπόν αυτό το μέγα των γονιών έχει τη μοναδική δυνατότητα να εκτελεστεί, αν πεθάνει άγαμος ο γιος ή η κόρη, κατά τη διάρκεια της πρόθεσης, της κηδείας και της ταφής του νεκρού ή της νεκρής. Ίσως να έχει διαμορφωθεί και να δρα εδώ, λανθάνουσα, κάποια συγκεκριμένη λαϊκή αντίληψη, που δεν μπορέσαμε να βρούμε και που αποτελεί τη γενεσιουργή αιτία του επικήδειου γάμου. Νομίζομε, πως από τούτες τις δυο πρέπει να είναι η μία ή μάλλον και οι δύο μαζί: 1η. Οι γονείς και μαζί και «οι-γ-εδικοί» αισθάνονται την ανάγκη «να κάμουνε το χρέος τωνε» στο παιδί τους και έτσι να το ευχαριστήσουν και να εκπληρώσουν το ιδανικό του και τον πόθο του, όπως είπαμε. Κι έτσι το «παντρεύουν». 2η. Αν οι γονείς και ο συνυπεύθυνος σύντεκνος δεν «παντρέψουν» το άγαμο νεκρό παιδί τους, τότε αυτό, επειδή δεν το «πάντρεψαν», δεν θα τους αφήνει ήσυχους, αλλά πάντοτε θα διαταράσσει τη ζωή των σ’ αυτόν τον κόσμο. Κάποια τέτοια αντίληψη τη βρίσκομε πολύ σύμφωνη με τη λαϊκή (εθιμική) λογική και ψυχολογία, αφού οι ψυχές δεν χάνουν την επαφή των μ’ αυτόν τον κόσμο.

Ίσως κάτι ανάλογο να συμβαίνει τότε με ‘κείνο, που συμβαίνει, αν ο άνθρωπος (ο οποιοσδήποτε) δεν ταφεί ή ταφεί μεν αλλά «κακοδιασμένος». Οπότε βρυκολακιάζει και «πειράζει τσι ζωντανούς», όπως και το «τελώνι». Ίσως νά ‘χει ανάλογες συνέπειες ο άγαμος νεκρός με τον άταφο νεκρό, όπως είδαμε λίγο πριν, ότι συνέβη με την ψυχή του Πατρόκλου, και να μην μπορεί στον άλλο κόσμο να βρει ησυχία. Ως προς τους ζωντανούς πάλι οι συνέπειες ίσως να είναι όμοιες με εκείνες, που ξέρομε από τη νέκυια της Οδύσσειας. Όταν ο Οδυσσέας επικοινώνησε με τις ψυχές, πρώτη η ψυχή του Ελπήνορα από την αγωνία της και πριν από την ψυχή της μάνας του πολυμήχανου βασιλιά, παρουσιάστηκε στον ήρωα κι ανάμεσα σ’ άλλα του λέει:

ένθα σ’ έπειτα, άναξ, κέλομαι μνήσασθαι εμείο

μη μ’ άκλαυτον, άθαπτον, ιών όπισθεν καταλείπειν,

νοσφισθείς, μή τοί τι θεών μήνιμα γένωμαι.

Το απόσπασμα αυτό ο Σιδερής μεταφράζει έτσι:

 

σ’ ορκίζω, εκεί να θυμηθείς κι εμένα, βασιλιά μου,

κι άθαφτο πίσω κι άκλαυτο μη φύγεις και μ’ αφήσεις,

μήπως με κάμουν οι Θεοί κακό στοιχειό για σένα.

Τίποτε δεν εμποδίζει να μεταφράσομε τον τελευταίο στίχο, αντικαθιστώντας το «κακό στοιχειό» με τη λέξη βρυκόλακας:

μήπως και γίνω απ’ τους Θεούς βρυκόλακας για σένα.

Όπως βλέπομε στο στίχο αυτό, όπως και αν μεταφραστεί, βρίσκεται η ίδια λαϊκή αντίληψη, που σημειώσαμε παραπάνω, ότι δηλ. «πειράζου τσι ζωντανούς» οι νεκροί, ερχόμενοι από τον άλλο κόσμο, αν οι ζωντανοί δεν έκαμαν το χρέος των στους νεκρούς.

Ας προσθέσομε για το σημείο αυτό άλλο ένα έθιμο, που ενισχύει την αντίληψη, που υποστηρίζομε. Όταν ένας παντρεμένος πεθάνει, του βάζουν το στεφάνι στα πόδια ως σημείο λύσης του γάμου. Αλλού του δίδουν, δηλ. του επιστρέφουν, το δαχτυλίδι εκείνου, πού ‘μείνε στη ζωή, επίσης ως σημείο λύσης του γάμου. Η παντρεμένη γυναίκα, πού ‘μείνε χήρα, βγάζει τα σεντόνια από το συζυγικό κρεβάτι και κοιμάται μόνο με το στρώμα και τα κιλίμια. Το γιατί και πότε και αν θα ξαναχρησιμοποιήσει σεντόνια είναι, μου φαίνεται, και ευνόητο και σαφές.

Πα να επανέλθομε λοιπόν στο καίριο σημείο του θέματος μας, είναι απαράδεχτο για το λαό να μη παντρευτεί ο άνθρωπος. Να μην ολοκληρώσει δηλ. και να μην ικανοποιήσει αυτό, που αισθάνεται ως αποστολή και ως χρέος κοινωνικό, οικογενειακό, ηθικό, θρησκευτικό και ακόμη και βιολογικό και που του το παραγγέλνει ο ίδιος ο Θεός. Και βιολογική βέβαια είναι η έσχατη ρίζα του εθίμου. Μ’ άλλα λόγια το πανίσχυρο ένστικτο της συντήρησης του ανθρώπινου είδους. Εκτός όμως και από τις γνωστές και ισχύουσες και σήμερα κοινωνικές δομές, αποφασιστικό ρόλο παίζει εδώ και η λαϊκή όπως και η επίσημη θρησκευτική αντίληψη και μαζί φυσικά και το θρησκευτικό συναίσθημα. Οπωσδήποτε πρέπει να παντρευτεί ο άνθρωπος. Όποιος δεν παντρεύεται την Εκκλησία, όποια δεν παντρεύεται το Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να κάνει τον κοινό θρησκευτικό γάμο, αφού και ο Θεός δεν παροτρύνει απλώς, αλλά διατάσσει αυστηρά «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». IV αυτό και ο ίδιος ο λαός καταδικάζει επίσης αυστηρά όποιον επιμένει να μην παντρεύεται.

Τί θα γίνει λοιπόν μ’ εκείνον, που, χωρίς να το θέλει μάλιστα, «φεύγει» απάντρευτος; Και ακόμη περισσότερο, αν είναι και αρραβωνιασμένος; Απλούστατο. Ο λαός του κάνει «γάμο» εικονικό και υποκαταστατικό. Και, φυσικά, του βρίσκει και «νύφη», και μάλιστα «νύφη» που να του ταιριάζει, για την οποία ύστερα από πολύ λίγα λεπτά θα μιλήσομε. Με την αντιμετώπιση αυτή του άγαμου νεκρού νέου ο λαός, δηλ. η ομάδα, είναι κατά το μέγιστο δυνατόν εντάξει με τη συνείδηση του. Δεν μπορεί άλλωστε να κάμει και τίποτε περισσότερο.

Στην περίπτωση όμως της «παντρειάς» του Χρίστου παρεμβάλλεται κι ένα άλλο έθιμο, που αφορούσε το σκοτωμένο «γαμπρό», ειδικά σα σκοτωμένο. Σύμφωνα μ’ αυτό «το σκοτωμένο δε-ν-το αλλάσσουνε». Ο Κρητικός πιστεύει πως «ζηλεύγει οΧάρος» τον προνομιούχο και του «παίρνει τη-ν-ψυχή». Την αντίληψη αυτή την έχει κωδικοποιήσει ο λαός σε μια απ’ τις παραλλαγές του ριζίτικου «Ο Διγενής ψυχομαχεί» και τη διατυπώνει ως εξής:

Ζηλεύγει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει,

κ’ ελάβωσέ-ν-του τη-ν-καρδιά και τη-ν-ψυχή-ν-του πήρε.

 

Κι επειδή ο λαός ξέρει την παντοδυναμία του Χάρου και το τελικό αποτέλεσμα της οργής του δεν τολμά να τον δυσαρεστήσει. Και αφήνει το σκοτωμένο, χωρίς ν’ αλλάξει τα ρούχα που φορεί τη στιγμή του σκοτωμού του. Προφανώς, όπως ήταν εκείνη τη στιγμή τον ήθελε ο Χάρος. Αλλά και συνάμα γιατί, έτσι πηγαίνοντας στον άλλο κόσμο, θά ‘ναι ο ίδιος μάρτυρας για τον άδικο χαμό του. Κι επειδή ο λαός κάνει από φόβο αυτή την υστερόβουλη και πονηρή υποχώρηση στο Χάρο, είναι επόμενο να δίδει μεγαλύτερη βαρύτητα και να αισθάνεται εντονότερα τα υπόλοιπα πραγματικά στοιχεία του εικονικού και υποκαταστατικού «γάμου», σαν αντίσταση και αντικατάσταση εκείνου, που από φόβο και σκοπιμότητα παράλειψε. Δηλ. το ν’ αλλάξει και να λαμπροστολίσει το σκοτωμένο «γαμπρό». Αν δεχτούμε την άποψη αυτή, τότε μπορούμε ίσως να υποθέσομε, πως αυτό θά ‘ταν μια ασυνείδητη αιτία και μαζί και συνειδητός σκοπός της δημιουργίας του τραγουδιού. Οπότε ο ποιητής σα νά ‘θελε να πει στο νεκρό πρώτα-πρώτα: «Λεν αλλάξαμε τη φορεσιά σου, για να σε ντύσομε γαμπρίκια, αφού «παντρεύεσαι», σου κάνομε όμως όλα τ’ άλλα με τόση πίστη και αφοσίωση και φροντίδα, ώστε το διαλαλούμε κιόλα με το τραγούδι μας». Έτσι και η ομάδα αισθάνεται καλύτερα μπροστά στο χρέος της να «παντρέψει» το νεκρό.

Ο «γαμπρός» όμως, όπως είπαμε, ήταν και αρραβωνιασμένος. Σύμφωνα με τα έθιμα, την ώρα που κατέβαζαν τον Χρίστο στον τάφο, συνέβησαν δύο πράγματα. Οι οπλοφόροι, Σελλιανοί και μέλη της «Ενώσεως Αϊβασιλειωτών», έριχναν τους καθιερωμένους πυροβολισμούς για τη στιγμή, τιμητικούς, απειλητικούς και προειδοποιητικούς. Και η τραγική αρραβωνιαστικιά έβγαζε το δαχτυλίδι και το γύριζε πίσω στο νεκρό αρραβωνιαστικό. Η ώρα και η στιγμή εκείνη πρέπει να ήταν αφάνταστα συγκλονιστική και ανατριχιαστική.

Ποιος να ήταν ο αντίκτυπος -της στιγμής εκείνης ιδιαίτερα- για το ριζίτη ποιητή και το ριζίτικο τραγούδι του; Ότι: Όχι μόνο έπρεπε να διαλαληθεί ο γάμος ο επικήδειος του σκοτωμένου αρραβωνιαστικού, αλλά επιπλέον και η «νύφη» που «παντρευότανε». Και όχι μόνο, γιατί χωρίς «νύφη» ο «γάμος» όχι μόνον δεν είναι ολοκληρωμένος, αλλά είναι εντελώς αδιανόητος, αλλά και γιατί έτσι μόνον ο ποιητής πετύχαινε τη μέγιστη δυνατή απελευθέρωση της πραγματικής αρραβωνιαστικιάς, πού ‘μένε σ’ αυτό τον κόσμο, για να παντρευτεί. Έτσι μόνον υπογράμμιζε, όσο μπορούσε εμφαντικότερα, το βιολογικό, θρησκευτικό κοινωνικό και ακόμη και εθιμικό δικαίωμα της για γάμο. Σα νά ‘θελε δηλ. ο ποιητής λαός να της πει μ’ άλλα λόγια, διακηρύσσοντας τα και μάλιστα κατ’ επανάληψη μπροστά στην ομάδα: «Αφού παντρεύτηκε ο αρραβωνιαστικός σου και σου λέμε μάλιστα και ποια πήρε, άλλη και όχι εσένα, έχεις και συ κάθε δικαίωμα να παντρευτείς και να πάρεις άλλον βέβαια κι όχι αυτόν, δηλ. το σκοτωμένο αρραβωνιαστικό σου. Διακηρύσσομαι τη λύση του δεσμού». Ο εικονικός και υποκαταστατικός επικήδειος γάμος του Χρίστου ήταν δηλ. επιπρόσθετα επιτακτικός για το χατήρι και την οικογενειακή αποκατάσταση της πραγματικής αρραβωνιαστικιάς. Ο αθάνατος ανώνυμος λαϊκός ποιητής πετυχαίνει πιο καλά το στόχο του και για κείνο, πού ‘φύγε, και για κείνη, που μένει, με το τελευταίο ημιστίχιο του τραγουδιού του. Και, νομίζομε, πιο πολύ για ‘κείνη, πού ‘μεινε.

Ας αφήσομε τώρα εκείνη, πού ‘μείνε, προσθέτοντας την πληροφορία, ότι παντρεύτηκε τον πρώτο ανιψιό μάλιστα του Χρίστου, που αναφέραμε παραπάνω, κι αφού περισσότερο δεν μας ενδιαφέρει, κι ας δούμε, όπως είπαμε πριν λίγα λεπτά τη «νύφη», που πήρε ο σκοτωμένος και αρραβωνιασμένος άγαμος νεκρός νέος και που την έχει έτοιμη, ως φαίνεται, ο λαός και την «παντρεύει «με το «γαμπρό «της περίπτωσης μας. Η αποψινή «νύφη «πρέπει να είναι η κατά το δυνατόν καλύτερη και τελειότερη. Ο ποιητής τη χαρακτηρίζει με την ιδιότητα της ξανθής. Αν θα μου επιτρέπατε να παίξω με τα λόγια, θα σας έλεγα, ότι εδώ βρίσκεται και η ξαθή νύφη». Εδώ και μέσα μας. Μέσα στον καθένα μας. Τι να εννοεί και πως να εννοεί λοιπόν ο ποιητής «τη-ν-ξαθή«, που «παίρν’ ο Χρίστος» θα προσπαθήσομε να εξηγήσομε. Η «νύφη «πρέπει νά ‘ναι βέβαια συμβολική ή καλύτερα ιδεατή ή αλλιώς ίνδαλμα νύφης. Θά ‘ταν μακάβριο ο ριζίτης ποιητής να επιτρέψει συνταύτιση ή, έστω, και απλή σύγχυση με την πραγματική αρραβωνιαστικιά. Είναι πασίγνωστα τα αποτρεπτικά έθιμα, που εφαρμόζει ο λαός για την περίπτωση κάθε έγγαμου ή άγαμου, ώστε «να μην πάρει κι άλλον «εκείνος, που πέθανε, όπως τα σκουπίσματα των σπιτιών μετά την κηδεία ή οι μικρές πέτρες, που πετούν ιδίως τα παιδιά στο καδελέττο, όταν από την εκκλησία μεταφέρουν το νεκρό στο νεκροταφείο κ.λ. Απόλυτα σύμφωνη με τα έθιμα αυτά είναι και η ευχή, που δίδουν στους συγγενείς του νεκρού: «Ζωή σε λόγου σου». Θά ‘ταν αδύνατο λοιπόν ο ποιητής να «πάει κόντρα» στα καθιερωμένα έθιμα, στην καθιερωμένη ευχή και ακόμη περισσότερο στην βαθύτατη και πανίσχυρη ψυχοβιολογική ορμή του ανθρώπου για τη ζωή. Θά ‘θελε λοιπόν να δηλώσει, ότι αυτή, που «παντρεύεται» ο Χρίστος τώρα, που σκοτώθηκε, δεν μπορεί νά ‘ναι ή και να θυμίζει καν εκείνη, που θά ‘παιρνε, αν δεν σκοτωνότανε, την πραγματική και ζωντανή ήταν -δεν ήταν ξανθή. Και για τους ίδιους λόγους και μάλιστα ισχυρότερους δεν θα μπορούσε ν’ αναφερθεί σε συγκεκριμένη άγαμη κοπέλα, που να λέγεται Ξανθή, και πολύ περισσότερο σε παντρεμένη με το ίδιο όνομα. Γιατί αυτά δα θά ‘ταν άνω ποταμών! Εξάλλου η «νύφη», αφού είναι ξανθή, συμβολίζει την κατεξοχήν ομορφιά, την υγεία, τη χαρά, το φως του ήλιου και σε καμιά περίπτωση δεν σχετίζεται με το Χάρο ή τον Άδη και καμιά ομοιότητα δεν έχει μ’ αυτά, γιατί αυτά, όπως και ξέρομε και είπαμε, μαύρα κι άραχνα και φριχτά είναι.

Πώς γεννήθηκε όμως αυτή η συμβολική, η ιδεατή και ιδεώδης «νύφη», που την έχει μέσα του, όπως είπαμε, ο λαός, για να παντρέψει τον κάθε άγαμο; Ας προσπαθήσουμε να την αναζητήσομε και να την προσδιορίσομε, πράγμα για το οποίο πρέπει να ανατρέξομε στο ιστορικό και ιδεολογικό, το μυθολογικό και θρησκευτικό και ακόμη και το μαγικό επίπεδο του λαού. Το ξανθό δηλ. συμβολίζει την κατεξοχήν γυναικεία ομορφιά, όπως και την ανδρική. Έτσι βγαίνει από τον Όμηρο ως τον Ερωτόκριτο και ως τους τωρινούς σε ιστορικό βάθος κι απ’ όλα τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια και σε ιστορικό βάθος και σε γεωγραφικό πλάτος. Ξανθοί είναι οι ήρωες του Ομήρου, ξανθές και οι ηρωίδες της δημοτικής μας Ποίησης, όπως και ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα. Στη μικτή μας φυλή, από τους παλιούς μελαψούς λευκούς και όχι πάντα κοντούς, αφού στο σπήλαιο Γερανίου Ρεθύμνου βρέθηκαν σκελετοί της Υπονεολιθικής εποχής, γύρω δηλ. στο 3.000 π.Χ., με ανάστημα 1.80 μ., και από τους ψηλούς και μάλλον λεπτούς, γαλανομάτες, ξανθούς και ροδαλόδερμους και πολύ λιγότερους σε αριθμό Ινδοευρωπαίους, που από το 2.000 π.Χ. περίπου άρχισαν να προωθούνται κατά αραιά κύματα ως τα νότια άκρα του ελλαδικού χώρου, ήταν επόμενο να προκύψει σαν ιδανικό ομορφιάς ο ξανθός ανθρώπινος τύπος, σαν σπανιότερος και εντυπωσιακότερος, αλλά και δυναμικότερος. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε, διαπλάστηκε και ρίζωσε στα έγκατα βάθη της λαϊκής ψυχής ο ξανθός τύπος σαν πρότυπο και έκτυπο, όπως λέει η Ψυχολογία του Βάθους, σαν υπόδειγμα και ιδανικό ομορφιάς. Ποια λοιπόν άλλη από την τέλεια και ιδανική, δηλ. την ξανθή, αλλά όχι πραγματική ξανθή, θά ‘ταν για το ωραιόπλουμο παλληκάρι καλύτερη «νύφη»; Από τη μεριά του «γαμπρού» πάλι έχομε μια ανάλογη έξαρση κατά το νόμο του εξωραϊσμού του παρελθόντος, σύμφωνα με τον οποίον το ωραίο και το άξιο γίνεται ωραιότερο και αξιότερο, και κατά το «ο αποθανών δεδικαίωται». Κι έτσι ο λαός, σαν καλός προξενητής, κάνει το καλό και ταιριαστό ζευγάρι και στην περίπτωση μας. Ση-μειώνομε, πως κι ο Χρίστος ήτανε ξανθός και επομένως και η «ξαθή» που «παντρευότανε» τού ‘μοιάζε, γιατί κι έτσι έπρεπε. Και να του μοιάζει και να μην υπάρχει.

Αλλά και πέραν από αυτά. Όπως όταν πρόκειται για τον πραγματικό θρησκευτικό γάμο και ο γαμπρός και η νύφη προέρχονται από τον πραγματικό κόσμο των ζωντανών, έτσι και, όταν πρόκειται για τον επικήδειο, όπως ο άγαμος νεκρός ανήκει πια στον άλλο κόσμο, ενώ βρίσκεται ακόμη σε τούτον, έτσι, νομίζομε, ότι και «εκείνη» που «παίρνει» πρέπει κι «εκείνη» ν’ ανήκει οπωσδήποτε επίσης σ’ άλλο κόσμο, αλλά και ταυτόχρονα να σχετίζεται με τούτον. Σε κόσμο όμοιο και συγγενικό μ’ αυτόν, που ακόμη βρίσκεται ο άγαμος νεκρός, αλλά και μ’ αυτόν που ήδη έχει πάει. Σ’ ένα κόσμο κυριαρχημένο από τους ίδιους πρώτα-πρώτα τους νεκρούς, από τα συγκλονιστικά όνειρα, στα οποία οι νεκροί παρουσιάζονται στο λαό, από τα «τέρατα και σημεία» των αόρατων και φοβερών δυνάμεων, που προαναγγέλλουν θανάτους ή άλλα τρομερά γεγονότα, από τις νεράιδες με τις μαγικές ιδιότητες, από τα «ιντάλματα» ζωντανών ανθρώπων, που βλέπουν άλλοι άνθρωποι ευαίσθητοι και προορατικοί, από τα «φανταχτά», από τα στοιχειά, από όλα όσα φοβερά ή μυστηριώδη πίστεψε ο λαός στη μακραίωνη μυθολογική και θρησκευτική του πορεία, από τότε που παρουσιάστηκε στον τόπο αυτό μέχρι σήμερα, από τα ιδανικά και τα ινδάλματα, που εθαύμασε και εθεοποίησε σ’ αυτή του την πορεία.

Τη «νύφη» αυτή λοιπόν, όπως και τον αντίστοιχο «γαμπρό» βέβαια, την βρίσκει σε έσχατη ανάλυση μέσα στο αχανές και καθολικό λαϊκό ασυνείδητο κι από ‘κει την ανασύρει τη στιγμή της έσχατης ευαισθησίας του στην τρομερή και υπεράνθρωπη και ακριβέστερα τραγική του προσπάθεια να κρατήσει την συνοχή και την ισορροπία ανάμεσα σε τούτον και στον άλλο, όπως τον φαντάζεται, κόσμο.

Ίσως να σας εκούρασα ήδη, οπότε και έχω ήδη κάμει κατάχρηση και της ευγένειας σας και της αντοχής σας και ενώ διατρέχω και τον κίνδυνο να μην έχω ανταποκριθεί στις προσδοκίες σας. Είναι όμως ώρα, έτσι κι αλλιώς, να τελειώνομε με τον αποψινό γάμο, τον γάμο τον επικήδειο.

Αφήνοντας κατά μέρος κάθε παραπέρα ανάλυση και συμπλήρωση του νέου και συγκλονιστικού ριζίτικου, μπορούμε να πούμε, πως είναι ιδιαίτερο προνόμιο, βαρύ και πολύπλοκο προνόμιο των Ριζίτικων, όλες οι έννοιες, όλα τα συναισθήματα και όλες οι καταστάσεις, όμοια, διάφορα ή και αντίθετα, που εκφράστηκαν στα Ριζίτικα, να συστέλλονται μέσα σ’ αυτά σε μια έννοια, σε ένα συναίσθημα, μία κατάσταση, και ταυτόχρονα η κάθε έννοια, το κάθε συναίσθημα, η κάθε κατάσταση να διαστέλλονται σε όλες τις έννοιες, τα συναισθήματα, τις καταστάσεις. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!

Τα σημαντικότερα και συγκλονιστικότερα ηθικά και συναισθηματικά, θρησκευτικά και κοινωνικά και πολεμικά γεγονότα της ατομικής και ομαδικής ζωής του Κρητικού, ο γάμος και ο θάνατος, η βάφτιση και ο πόλεμος, ο Πάνω και Κάτω Κόσμος, είναι και ως έννοιες και ως πραγματικότητες επάλληλα, αλληλοσυμπίπτοντα και αλληλοκαλυπτόμενα. Και ο γάμος και η βάφτιση και ο θάνατος και ο Πάνω και ο Κάτω Κόσμος είναι πόλεμος και ο πόλεμος είναι όλα τ’ άλλα και καθένα από τα άλλα είναι όλα τα άλλα. Συμπόσιο και τραγούδι, τελετή και μυστήριο, μαγεία και… μπαλλωτές.

 

Κρητολογικά Γράμματα, Ρέθυμνο, Αύγουστος 1992, τεύχος 5/6 

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: